Just another WordPress.com site

ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΡΙΑ)

Γέητς : Ποιήματα για την Μωντ Γκον

Ο  Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Buttler Yeats, 1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats,  μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» (βλ. ανάρτηση  26ης  Αυγούστου 2011) και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια», αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του Γέητς έφθασε όταν ο ποιητής ήταν είκοσι τριών ετών, το 1889. Εκείνη την εποχή, παθιασμένος με την υπόθεση της Ιρλανδίας, ο ποιητής βρέθηκε κοντά στον John O’ Leary, τον ηγέτη που πίστευε ότι μόνο ένας τρόπος υπήρχε για την εθνική ανεξαρτησία, η επαναστατική δράση. Ο ηγέτης συγκέντρωνε γύρω του πολλά νεαρά άτομα, όπως την Μωντ Γκον (Maud Gonne), μια φλογερή επαναστάτρια ένα χρόνο μικρότερη από τον Γέητς, όμορφη σαν θεά, ανεξάρτητη στη σκέψη, «άνομη», και πανέτοιμη να παίξει ηγετικό ρόλο στον πατριωτικό αγώνα. Στις 30 Ιανουαρίου του 1889 επισκέφτηκε τον πατέρα του ποιητή, συστημένη από τον  O’ Leary. Ο νεαρός Γέητς την ερωτεύτηκε όπως ερωτεύονται οι ρομαντικοί ήρωες και άρχισε να γράφει ποιήματα γι’ αυτήν.

Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από τη γνωριμία τους, όταν ο Γέητς, παρερμηνεύοντας ένα γράμμα της, αποφάσισε να της προτείνει γάμο. Ποτέ δεν θα παντρεύονταν, του είπε, υπήρχαν σοβαροί λόγοι.  Η Μωντ ήταν ερωτευμένη με έναν Γάλλο δημοσιογράφο. Μέχρι τότε ο ποιητής δεν ήξερε τίποτα σχετικά.

Αυτή ήταν η πρώτη αλλά όχι η τελευταία πρόταση γάμου που της έκανε. Στη αυτοβιογραφία της η Μωντ καταγράφει μία από τις προτάσεις αυτές: «Ω, Μωντ, γιατί δεν με παντρεύεσαι…; Θα μπορούσα να σου προσφέρω μια πολύ όμορφη ζωή». «Γουίλι», είπε αυτή, «δεν κουράστηκες να επαναλαμβάνεις την ίδια ερώτηση; Πόσες φορές σου έχω πει να ευχαριστείς τους θεούς που δεν θα σε παντρευτώ; Δεν θα είσαι ευτυχισμένος μαζί μου». Ο Γέητς αντέτεινε πως  δεν ήταν ευτυχισμένος χωρίς αυτήν, για να πάρει μιαν απάντηση που έμελλε να τη θυμάται για πολύν καιρό. «Ω, ναι, είσαι, γιατί  γράφεις όμορφη ποίηση με αυτό που αποκαλείς ‘δυστυχία’ σου… Οι ποιητές δεν πρέπει να παντρεύονται ποτέ. Ο κόσμος θα έπρεπε να με ευγνωμονεί που δεν σε παντρεύομαι». Τον ενθάρρυνε ωστόσο να συνεχίσει να της γράφει ποιήματα, πέντε από τα οποία παρουσιάζουμε στη σημερινή ανάρτηση.

 

 

 

Ζωγραφική : Dante Gabriel Rossetti

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  • «Φίλες» : Γραμμένο το 1911, το ποίημα αυτό σχολιάζει την παρουσία  τριών γυναικών στη ζωή του Γέητς, τριών γυναικών που έπαιξαν κύριο ρόλο στη ζωή του, και για πολλά χρόνια. Η πρώτη είναι η Olivia Shakespear, με την οποία γνωρίστηκε το 1894. Η ερωτική τους σχέση  κράτησε μόνο ένα έτος αλλά ήταν πολύ σημαντική. Με την Olivia ο ποιητής αλληλογραφούσε συχνά, ανταλλάσοντας απόψεις με ελευθερία και άνεση. Η δεύτερη είναι η Augusta Gregory, η οποία βοήθησε αποφασιστικά τον Γέητς να δημιουργήσει το  ιρλανδικό θέατρο, κάτι που ο ποιητής το ονειρευόταν αλλά το θεωρούσε ανέφικτο. Η τρίτη είναι, ασφαλώς, η Μωντ Γκον. Πάνω από είκοσι χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τους, τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει απ’ την καρδιά του, που από τα πόδια ώς την κορφή τον συγκλονίζει.
  • «Μια σκέψη απ’ τον Προπέρτιο» : Πιθανώς γράφτηκε πριν από τον Νοέμβριο του 1915.  Ο Προπέρτιος είναι ο ρωμαίος ερωτικός ποιητής Sextus Propertius (περ. 50-16 π.Χ..) Ο Γέητς έχει επιλέξει κάποιες εικόνες από το δεύτερο ποίημα του δεύτερου βιβλίου του Προπέρτιου. Η αναφορά στη θεά Αθηνά σχετίζεται με την εντύπωση που του έκανε η Μωντ Γκον όταν την πρωτοείδε: «Ο έπαινος του Βιργιλίου  ‘βαδίζει σαν θεά’  ταίριαζε μόνο σ’ αυτήν».
  • «Χαμένα όνειρα» :  Γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1915. Ο επίμονος ποιητής είναι ο Γέητς, τώρα στην ηλικία των πενήντα. Η αναφορά στο ψεγάδι της Μωντ (μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν) σχετίζεται με την άποψη του ποιητή ότι ένα ψεγάδι ή κάτι το ασυνήθιστο προσδίδει μοναδικότητα στην αγαπημένη.
  • «Βαρύς όρκος» : Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1915. Αναφέρεται στον όρκο της Μωντ να μην παντρευτεί, τον οποίο δεν κράτησε. Ακόμη και τώρα, λέει ο Γέητς, το πρόσωπό σου συναντώ,/απρόσμενα. Η «ψύχωση» του ποιητή με την Μωντ Γκον δεν έχει θεραπευτεί.
  • «Παρουσίες» : Γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1915. Η πουτάνα είναι ίσως η Mabel Dickinson, με την οποία ο Γέητς είχε δυσάρεστες εμπειρίες. Το παιδί είναι η Iseult Gonne, η όμορφη κόρη της Μωντ. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για τη μητέρα, ο ποιητής έκανε μια απελπισμένη πρόταση γάμου στην κόρη, ίσως για να έχει κάτι από το «κύτταρο» της Μωντ. Η νεαρή Iseult κολακεύτηκε από την πρόταση, που όμως θύμωσε τη μητέρα της. Η απάντηση ήταν αρνητική. Η βασίλισσα είναι βέβαια η Μωντ.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΦΙΛΕΣ

Πρέπει, λοιπόν, αυτές τις τρεις να επαινέσω—
τις τρεις γυναίκες που μου χάρισαν
ό,τι χαρά στις μέρες μου έχω να γυρέψω.
Την πρώτη, που μήτε μια στιγμή
μήτε καμιά —από εκείνες τις επίμονες— φροντίδα,
τίποτε, τίποτε σ’ αυτά τα δεκαπέντε
συχνά τυραννισμένα, ταραγμένα χρόνια
δεν μπήκ’ εμπόδιο να χωρίσει
τον νου από τον μαγεμένο νου.
Τη δεύτερη, γιατί το χέρι της
είχε τη δύναμη να ελευθερώσει
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να εννοήσει,
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να ‘χει και να κρατήσει,
τ’ ονειροπόλο το φορτίο της νιότης, μέχρι που
τόσο με άλλαξε, ώστε τώρα ζω
κι ανθίζω μες στην έκσταση.
Και τί να πω γι’ αυτήν που μου άρπαξε
τα πάντα μέχρι το τέλος της νεότητός μου
στρέφοντας σπάνια συμπονετικό το βλέμμα;
Πώς ίσως θα ‘πρεπε αυτήν να επαινέσω;
Καθώς που η μέρα ό,τι χαράζει,
μετρώντας τα καλά και τ’ άσχημά μου,
άγρυπνος έχω μείνει για χατίρι της,
να ενθυμούμαι τη μορφή της,
Τί γερακίσια όψη ακόμη δείχνει,
ενώ απ’ τα μύχια της καρδιάς μου
τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει
που από τα πόδια ως την κορφή με συγκλονίζει.

Μετάφραση : Σ ο φ ί α  Σ κ ο υ λ ι κ ά ρ η

 

ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΡΟΠΕΡΤΙΟ

Μπορούσε —τόσ’ είχεν αρχοντιά
η μακριά κυματιστή γραμμή
απ’ την κορφή ώς τα ωραία της γόνατα—
ώς τον αρχαίο βωμό
μέσα σ’ ιερές εικόνες να βαδίσει
στης Αθηνάς Παλλάδας το πλευρό
ή να ‘ναι θύμα λατρευτό κενταύρου
που με το άκρατο κρασί είχε μεθύσει.

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ασπρίζουν τα μαλλιά σου.
Των νεαρών δεν κόβεται η ανάσα
στο πέρασμά σου πια.
Κάποιος γεροχωριάτης ίσως να μουρμουρίζει μιαν ευχή
γιατί τον έσωσε απ’ του πόνου το κρεβάτι
η δική σου προσευχή.
Για χάρη σου –-αυτό όλων οι καρδιές το ‘χουνε μάθει,
όλων που πόνεσε η καρδιά για το απλό κορίτσι που ολόγιομη
γινότανε γυναίκα–, για χάρη σου
οι ουρανοί μακραίνουν της συντέλειας τη στιγμή,
για τη γαλήνη
που ένα πέρασμά σου στο δωμάτιο αφήνει.

Η ομορφιά σου θολές μόνο αναμνήσεις
φέρνει, αναμνήσεις μόνο.
Όταν οι γέροι πάψουν για σένα να μιλούν,
«Πες μου για τη γυναίκα αυτή», θα πει στο γέρο ο νιος
«που επίμονος ο ποιητής με πάθος τραγουδούσε
τώρα που ‘χει παγώσει το αίμα του ο καιρός».

Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο,
αλλά στον τάφο όλα, όλα αναβιώνουν.
Η σιγουριά πως τη γυναίκα αυτή θα δω
να στέκεται, να περπατά, να ακουμπά
με τις πρώτης θηλυκότητας τις χάρες,
με τη ζέση των ματιών μου των νεανικών,
μου φέρνει ασυνάρτητο, τρελού μουρμουρητό.

Είσαι πιο όμορφη απ’ όλες,
ένα ψεγάδι το σώμα σου είχε ωστόσο:
μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν,
και οι καρποί φοβούμαι πως θα κουραστούν
με κόπο να κωπηλατούν
σε κείνη την παράξενη, την ξέχειλη τη λίμνη,
όπου αψεγάδιαστα υπακούν στη θεία προσταγή
οι κωπηλάτες. Μην τα’ αλλάξεις
τα χέρια που εφίλησα,
για τη μοναδική τους χάρη, που ετίμησα.

Ο τελευταίος χτύπος ξεψυχά∙ μεσάνυχτα.
Τριγυρνώ —σε μια καρέκλα όλη μέρα—
σ’ όνειρα μέσα κι ομοιοκαταληξίες
μ’ αέρινες εικόνες κι ασυναρτησίες.
Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο.

Μετάφραση : Μ α ρ ί α  Σ ι δ η ρ ο π ο ύ λ ο υ

 

ΒΑΡΥΣ ΟΡΚΟΣ

Καθώς δεν κράτησες εκείνον τον βαρύ σου όρκο,
κάποιοι έγιναν φίλοι μου καλοί∙
ωστόσο, κάθε που κοιτάζω
το θάνατο κατάφατσα,
σαν ανεβαίνω την ψηλή σκάλα του ύπνου
ή σαν ανάβω πίνοντας κρασί,
το πρόσωπό σου συναντώ,
απρόσμενα.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ

Τόσον αλλόκοτη ήτανε η νύχτα ετούτη, ώστε μου εφάνη
ότι της κεφαλής μου οι τρίχες εσηκώθηκαν.
Από τη δύση του ηλίου ονειρεύομαι
γυναίκες γελαστές, ή ντροπαλές, ή παθιασμένες
μέσα σου μεταξιού ή της δαντέλας θρόισμα
να ανεβαίνουν κι η σκάλα μου να τρίζει. Για εκείνο
το τερατώδες πράγμα, όλες τις ρίμες μου είχαν διαβάσει,
για την αγάπη που επεστράφη μα δεν ανταπεδόθη.
Στην πόρτα εστάθηκαν, ανάμεσα
στο μέγα ξύλινο αναλόγιο και το τζάκι,
ώς να μπορώ ν’ ακούσω τις καρδιές τους να χτυπούνε.
Η πρώτη είναι πουτάνα, η δεύτερη παιδί
που άντρα δεν εκοίταξε ποτέ με πόθο,
κι η τρίτη, ίσως, βασίλισσα.

W. B. Y E A T S

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, Πρόλογος- Εισαγωγή – Σχολιασμός – Επιμέλεια: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Αθήνα, Εστία, 3η έκδοση, 2004

Advertisements

Γέητς : Χορευτές

 



"All men are dancers" -W. B. Yeats 
K. Marshall : Dancing Girl

ΓΛΥΚΙΑ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ

Η κόρη πάει χορεύοντας εκεί
στη φυλλόσπαρτη, νιοθέριστη, απαλή
χλοερή απλωσιά του κήπου∙
ξέφυγε από νιότη πικρή
ξέφυγε από τη συντροφιά της
ή από το μαύρο σύννεφό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Αν άνθρωποι ξένοι φανούν απ’ το σπίτι
για να την πάνε μακριά, μην πείτε
πως είν’ ευτυχισμένη όντας τρελή∙
πάρτε τους ευγενικά πιο κει,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

 

Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της
την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
με την ψυχή της τώρα χωρισμένη
και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού
και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι
με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι
ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙
την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θριάμβό της
εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια
έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:
«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

F. Perez : Tango in Paris

Η ΤΡΕΛΟ-ΤΖΕΝΗ ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟΥΣ ΧΟΡΕΥΤΕΣ

Χόρευε η φιλντισένια της θωριά
τη διαλεχτή της νιότη
μα σαν τα ολόμαυρα τής τύλιξε μαλλιά
γύρω από το λαιμό της —να κουνηθώ δεν τόλμησα—
κάτω απ’ τα βλέφαρά της τα μάτια της γλαρά,
θα τήνε πνίξει σκέφτηκα.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

Κι όταν μαχαίρι έβγαλε
νεκρό να τον σωριάσει, παρότι
—είπαν μερικοί— να παίξει μόνο ήθελε,
να τον αφήσω, σκέφτηκα, στης μοίρας του το άχτι.
Καρδιάς καημός εχόρευε
μ’ αγάπης το γινάτι.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

Πέθαν’ αυτός; Πέθαν’ αυτή;
Πάνε κι οι δυο τους, τ’ όντι;
Ποτέ δεν έδινα δεκάρα τσακιστή—
γι’ αυτούς, σταλιά εγώ δε νοιάζομαι:
Τα νιάτα να’ χω μόνο, το κορμί
τέτοιους χορούς για να μοιράζομαι.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

W.  B.    Y  E  A  T  S

Μετάφραση : Μ α ρ ί α  Σ ι δ η ρ ο π ο ύ λ ο υ*

(*) W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, επιμέλεια – σχολιασμός Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Αθήνα, Εστία, 3η  έκδοση, 2004.


Ο Ερωτικός Γέητς

 

 

 

Ε Ν Α Σ   Ν Υ Κ Τ Ι Ο Σ  Π Ο Ι Η Τ Η Σ

                                                                           

Man’s made of dreams and bones         

Ο William Buttler Yeats (1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats, και για έναν καιρό υποψήφιος ζωγράφος ο ίδιος, μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική*. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabrielle Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια»,  αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Στο μικρό δείγμα της ερωτικής ποίησης του Yeats που ακολουθεί, περιλαμβάνουμε ποιήματα από τις τρεις πρώτες συλλογές του: Crossways (1889), The Rose (1893) και The Wind among the Reeds (1899), δηλαδή συλλογές που δημοσιεύτηκαν όταν ο ποιητής ήταν από είκοσι τεσσάρων έως τριάντα τεσσάρων ετών.

Η  ενότητα που παρουσιάζουμε εδώ αποτελείται από «νύκτια» νεανικά ποιήματα: ποιήματα της γλυκόπικρης μελαγχολίας, με έντονα τα στοιχεία της ιρλανδικής παράδοσης και της λαϊκής μπαλάντας, με τον ονειρικό προρραφαηλιτικό διάκοσμο και την εναλλαγή «θαμπών» και «απροσδόκητων» λέξεων.  Επιπλέον, τα δέκα σύντομα ποιήματα που επιλέξαμε χαρακτηρίζονται από στοιχεία  που εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Ezra Pound (1885 – 1972) στο έργο του Yeats,  όπως το «σύντομο ποίημα που περιέχει μιαν εικόνα» (βλ. «Το ψάρι», πιο κάτω), καθώς και από την παθιασμένη ρομαντική μουσική, τον υπνωτικό κυματισμό της γλώσσας, που θαύμαζε ο James Joyce  (1882–1941), σ’ ένα τοπίο «υποθαλάσσιο» και εξαίσια μυστικό.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

[27/8/11: Για   α ν α γ ν ώ σ ε ις   κ α ι   τ ρ α γ ο ύ δ ι α   από τον Ερωτικό Γέητς, καθώς και μια σχετική σκηνή από την ταινία 84 Charing Cross Road (1987) που αναφέρεται στο ποίημα «Τα ουράνια τα μεταξωτά» (He Wishes for the Cloths of Heaven),  βλ. το πολύτιμο υλικό (βίντεο)  που μας έστειλε  σ τ α  σ χ ό λ ι ά  τ ο υ  ο συνεργάτης του ιστολογίου  Ν Ι Κ Ο Σ  Μ Ε Λ Ι Δ Η Σ.]

 

. . . . . . . . . . . .

(*) Οι Προρραφαηλίτες (ομάδα βρετανών ζωγράφων, ποιητών και κριτικών, ανάμεσά τους οι Dante Gabriel Rossetti, John Everett Millais, William Holman Hunt, James Collinson και Thomas Woolner) ίδρυσαν την αδελφότητά τους το 1848. Σκοπός τους ήταν η απόρριψη του μηχανιστικού μανιερισμού και του ακαδημαϊσμού των ζωγράφων που διαδέχτηκαν τον Ραφαήλ, κυρίως.

 

Ζωγραφική: Dante Gabrielle Rossetti

 

 

 

Κ Α Τ Ω   Σ Τ Ο Υ Σ   Κ Η Π Ο Υ Σ 

 

Κάτω στους κήπους στις ιτιές η αγάπη μου με βρήκε,
μες στις ιτιές το πόδι της λευκό σαν χιόνι είχε·
οι αγάπες έλεγε είν’ απλές, σαν φύλλα, δες, φυτρώνουν
μα στην τρελή μου νιότη εγώ δεν τη συμμεριζόμουν.

Σ’ έναν αγρό στον ποταμό ήρθε να μ’ ανταμώσει
πάνω στον ώμο μου λευκό το χέρι της ν’ απλώσει·
απλή ‘ναι μού ‘πε η ζωή, χορτάρι που φουντώνει
μα την τρελή είχα νιότη εγώ, και δάκρυ με βουρκώνει.

 

 

 

Ο  Φ Ο Β Ο Σ   Τ Ο Υ   Ε Ρ Ω Τ Α

 

Ένας φόβος ανείπωτος είναι
στην καρδιά κρυμμένος του έρωτα:
ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,
τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν,
ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,
το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές
όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,
τη μορφή που αγαπώ απειλούνε.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

Η  Θ Λ Ι Ψ Η  Τ Ο Υ  Ε Ρ Ω Τ Α

 

Κάποιου σπουργίτη το τιτίβισμα στη στέγη,
ο γαλατένιος ουρανός και το λαμπρό φεγγάρι,
κ’ εκείνη η έξοχη αρμονία των φύλλων, την εικόνα
και το θρήνο του ανθρώπου είχανε σβήσει.

Πρόβαλ’ ένα κορίτσι με θλιμμένα, άλικα χείλη,
το δακρυσμένο μεγαλείο του κόσμου έλεες πως ήταν,
άμοιρο σαν τον Οδυσσέα και τα καράβια στον αγώνα,
περήφανο όσο ο Πρίαμος την ώρα της σφαγής του.

Πρόβαλε. Τότε μονομιάς ο θόρυβος στη στέγη
και το φεγγάρι που σκαρφάλωνε στ’ άδεια τα ουράνια,
κι ο ολοφυρμός των φύλλων μόνο αυτό μπορούσαν:
του ανθρώπου την εικόνα και το θρήνο να συνθέσουν.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

 

 

Ο Ν Ε Ι Ρ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο Υ

 

Ονειρεύτηκα πως κάποια είχε πεθάνει, σε τόπο ξένο,
μακριά από χέρι φιλικό.
Πάνω απ’ το πρόσωπό της είχαν καρφώσει τα σανίδια
οι χωρικοί στον τόπο τον αλλόκοτο.
Δεν ήξεραν αν έπρεπε μόνη να την αφήσουν,
και πάνω έβαλαν στο χώμα που τη σκέπαζε
ένα σταυρό, φτιαγμένο από δυο κομμάτια ξύλο
και κυπαρίσσια φύτεψαν τριγύρω.
Κι εκεί, στων άστρων την αδιαφορία την αφήσαν
Μέχρι που σκάλισα τούτα τα λόγια:
Ήτανε πιο όμορφη απ’ την πρώτη σου αγάπη
Μα τώρα κάτω απ’ τα σανίδια βρίσκεται.

 

 

Τ Ο   Ψ Α Ρ Ι

 

Μπορεί στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη να κρύβεσαι
κάποιας χλωμής παλίρροιας, σαν η σελήνη έχει χαθεί,
όμως οι άνθρωποι στο μέλλον θα το μάθουν—
πώς έριχνα τα δίχτυα μου
και πώς εσύ αμέτρητες φορές πηδούσες
πάνω από τα μικρά, τ’ αργυρά νήματα,
και ότι ήσουνα σκληρή θα πουν,
και με πολλά λόγια, πικρά, για σένα θα μιλήσουν.

 

 

 

Ο   Π Ο Ι Η Τ Η Σ   Σ Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η   Τ Ο Υ

 

Με ταπεινά χέρια σου φέρνω
τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
— λευκή γυναίκα που το πάθος έχει φθείρει
σαν την παλίρροια που τρώει την γκρίζαν άμμο—
και με καρδιά παλαιότερη απ’ το κέρας
το ξέχειλο από τη λευκή τη φλόγα του Καιρού.
Λευκή γυναίκα των αναρίθμητων ονείρων,
σου φέρνω τους περιπαθείς μου στίχους.

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Γ Ι Α   Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η

 

Τα μαλλιά σου πιάσε με χρυσαφένιο χτένι,
κάθε ξεστρατισμένο βόστρυχο υπόταξε.
Πρόσταξα την καρδιά μου να σκαρώσει ετούτες
τις φτωχές γραμμές· και κόπιασ’ η καρδιά σκληρά πολύ
μέρες και μέρες να ζωγραφίζει αδιάκοπα μία θλιμμένη,
ωραία μορφή, μια χάρη, βγαλμένη από τις μάχες του παλιού καιρού.

Μόν’  ύψωσε το χέρι σου τ’ ωχρό, σαν το μαργαριτάρι,
πιάσε ψηλά τα μακριά μαλλιά σου, κι αναστέναξε·

κι όλες οι αντρικές καρδιές θε να χτυπήσουν ταραγμένες
και να καούν. Ο αφρός, σαν φως κεριών, πάνω στην άμμο τη θαμπή
και τ’ άστρα που ανεβαίνουν στο δροσοστάλαχτο ουρανό
ζούνε μονάχα με σκοπό το πέρασμά σου να φωτίζουν.

 

 

 

Π Ε Ρ Ι   Τ Ε Λ Ε Ι Α Σ   Κ Α Λ Λ Ο Ν Η Σ

 

Ω συννεφόχρωμα, ωχρά μου βλέφαρα κι ονειροθαμπωμένα μάτια,
οι ποιητές που μιαν ολόκληρη ζωή κοπιάζουν
να πλάσουνε μια τέλεια καλλονή στο στίχο,
από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου, καθώς η δρόσος
ύπνο θα σταλάζει, ώσπου ο Θεός να κάψει τον Καιρό,
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

 

Ε Υ Χ Ε Τ Α Ι  Τ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο  Τ Η Σ  Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η Σ  Τ Ο Υ

 

Αν ήσουν παγωμένη και νεκρή
και αν το φως εχλόμιαζε στη Δύση,
θα ‘ρχόσουν προς τα ‘δω, θα ‘σκυβες το κεφάλι σου
και το κεφάλι εγώ θ’ ακούμπαγα στο στήθος σου.
Και τότε, λέω, λόγια τρυφερά πως θα ψιθύριζες
και θα με συγχωρούσες, γιατί θα ήσουνα νεκρή.
Μήτε θα σηκωνόσουνα να φύγεις βιαστική
αν κι από αγριοπούλι στη θέλησή σου κάτι έχεις.
Και θα ΄ξερες ότι στ’ αστέρια, στον ήλιο, στη σελήνη
Τυλιγμένα και δεμένα είν’ τα μαλλιά σου.
Είθε, αγαπημένη, κάτω από της προκυμαίας τα φύλλα
Να ήσουν ξαπλωμένη
Καθώς θα χλόμιαζαν τα φώτα ένα ένα.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

Τ Α   Ο Υ Ρ Α Ν Ι Α   Τ Α   Μ Ε ΤΑ Ξ Ω Τ Α …

 

Τα ουράνια τα μεταξωτά και χιλιοπλουμισμένα,
που ‘ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα,
τα γαλάζια τα διάφανα  και τα βαθιά βαμμένα
με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τα ‘χα ωστόσο,
θα ΄θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ’ απλώσω.
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,
για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.
Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου …

Μετάφραση: Μελισσάνθη

 

 

  W.   B.    Y   E   A   T   S

 

. . . . . . . . . . . .

Από τα 70 Ερωτικά, επιμέλεια-σχολιαμός: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία 2000