Just another WordPress.com site

ΣΙΛΕΝΑ (SILENA)

Σιλένα : μα δεν γνωρίζουν τη δύναμη του ανθρώπου κοντά σ’ άλλους ανθρώπους

.

Käthe Kollwitz: The Mothers

.

μπορώ

.

να ξεφτιλίζουν τη ζωή μου

τόσο απλά και φυσικά

δεν το αντέχω

.

κουρέλια να πετούν

ανθρώπινες ελπίδες κι όνειρα

δεν το μπορώ

.

ίσως να θέλουν το κεφάλι μου να σκύψω

να μη μιλώ

να συναινώ

σε τούτον τον εξευτελισμό

.

ίσως να θέλουν να με κάνουν να μισήσω

τους ανθρώπους και ν’ αποτραβηχτώ

μόνη

σε δρόμους αδειανούς

κι ευχαριστώ να πω γι’ αυτό

.

ίσως να θέλουν…

.

μα δεν γνωρίζουν

τη δύναμη του ανθρώπου κοντά σ’ άλλους ανθρώπους

που πιστεύουν και μπορούν

που έχουν οράματα και θέλω

.

τα χέρια μ’ άλλα χέρια

τα μάτια καθαρά

και τις φωνές ΜΙΑ φωνή

ΜΠΟΡΩ

να καταφέρω ακόμη και τ’ αδύνατο

ΜΠΟΡΩ

.

Silena 9/2/2012

http://poetry-of-silena.blogspot.com/2012/02/blog-post_09.html

.

.

Advertisements

Σιλένα: Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές

Ζωγραφική : Pablo Picasso

.


. . .

Περιπλάνηση

.

Σαν μυρωδιά αναδύεται από τα μάτια της η θλίψη, ένα απλό σημείο συνάντησης της μνήμης με τις παλιές σκονισμένες εικόνες σχεδόν καπνισμένες, τόσο που κάνουν τα δάκρυα να κυλάνε.

Όπως και τα φώτα της πόλης  ύστερα από χειμωνιάτικη βροχή. Σαν γυαλί μοιάζουν τότε οι ασφάλτινοι δρόμοι, χωρίς ούτε μια υποψία οσμή βρεγμένης γης στη σάρκα τους, στριφογυρίζουν τόσο που τη ζαλίζουν και κάθεται τότε στο σκαλί μέχρι να περάσει η ζάλη.

Η οικονομική κρίση έκλεισε τους ανθρώπους στα σπίτια τους, σκέφτεται, τα φώτα αραίωσαν, ευτυχώς κι η ζάλη μαζί. Κι επιτέλους λίγα παιδιά ή μάλλον οι φωνές τους φτάνουν στ’ αυτιά της κι ανταμώνουν μια σταγόνα ήλιο κι ας βρέχει.

Οι μεγάλοι δεν μιλάνε πια, σωπάσαν εδώ και μήνες, κοιτάζουν σκυθρωποί κάτω μήπως και βρούνε πεταμένες ελπίδες ή κανένα χαμένο πορτοφόλι. Περπατάνε ανάμεσα σε μεθυσμένους που ξεχνάνε, γέρους που σφίγγουν το παλτό τους (προφύλαξη απ’ τους πορτοφολάδες, έτσι τους συμβούλεψαν να κάνουν, στις ειδήσεις των 6, των 9, των .. μέχρι εκεί, μετά τα βλέφαρα βαραίνουν), ανάμεσα σε αγίους που ξέπεσαν εδώ στη γη μα δεν διάλεξαν βλέπεις καλή εποχή, μες στην κρίση!

Ακόμη και τα μεγάλα όνειρα μίκρυναν κι ακούς τα βογκητά των ανθρώπων σε κάθε τους βήμα κι ας μην πονάνε, νομίζουν πως έτσι θα περάσει ξώφαλτσα η αρρώστια και θα τους προσπεράσει. Και ξεγελάνε τον καιρό, έτσι νομίζουν.

Όταν βραδιάζει κανείς δεν περπατάει στους δρόμους, φοβούνται, τους άστεγους, τους μόνους, τους εθισμένους στην πείνα και στον θάνατο.

Μόνο βρώμα και δυσωδία με τη βροχή να πέφτει πάνω σε σωρούς σκουπιδιών.

— Πάλι απεργία έχουν, η φωνή της περιπτερούς πάντα ενημερωμένη και εξυπηρετική.

Μόνο οι αίθουσες των κινηματογράφων έχουν ακόμα κόσμο. Ζεστές ανάσες, χαμογελαστά μάτια ή θλιμμένα χείλη, ανάλογα με την ταινία. Αχ, ταξίδεψαν κι απόψε τα μάτια κι η ψυχή για δυο ώρες, κάτι είναι κι αυτό.

Η μυρωδιά από τα ποπ κορν φτάνει στα ρουθούνια της και νιώθει μια γλυκιά λαιμαργία. Μπαίνει με γρήγορα βήματα στο φουαγιέ και ζητάει ποπ κορν ανυπόμονα. Μα τι απογοήτευση σαν ακούει πως μόλις τελείωσαν. Λυπάται, πολύ. Φεύγει.

Με βήματα αργά, κουρασμένα, κατηφορίζει προς το σπίτι. Δεν θέλει να μπει στο λεωφορείο. Θέλει να περπατήσει κάτω απ΄ τις χλωμές λάμπες του δρόμου, πλάι στα καῒκια που γεμίζουν το λιμάνι, κοιμισμένα κι ήσυχα, μαζεύουν δυνάμεις για το πρωινό ξύπνημα, το μεροκάματο.

Οι πρώτες εφημερίδες κρέμονται κιόλας στα περίπτερα, δεν θέλει να μάθει τα νέα, δεν υπάρχουν νέα. Μια απλή επανάληψη του χτες και τίποτα καλύτερο.

Σκοντάφτει σ’ ένα σπασμένο πλακάκι και πέφτει πάνω σ’ έναν περαστικό. Μουρμουρίζει ένα βιαστικό συγγνώμη και συνεχίζει να περπατάει.

Κουράστηκε. Κάθεται στο πρώτο παγκάκι που συναντάει και ανοίγει τις παλάμες.

Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές και νύχτα…

.

.

.

Σ ι λ έ ν α  18/1/2012

http://silena26.blogspot.com/2012/01/blog-post_18.html

.


Silena : με λέξεις και με χρώματα του ονείρου

 

 Ζωγραφική   :   S  i  l  e  n  a

http://silenapaintings.blogspot.com/
http://poetry-of-silena.blogspot.com/ 



οι λέξεις

γκρεμίζονται οι λέξεις όταν δεν τις ακούς
ανταμώνουν το έδαφος
κρούση οδυνηρή σαν κραυγή
και τότε σπάνε
κομματιάζονται και δακρύζουν
οι λέξεις 


  l’ amour des mots


 

άτιτλο

το τώρα μου γλιστράει

μου ξεφεύγει
ψάχνει τις σκοτεινές ροές
του χτες

το μετά ονειρεύεται θάλασσες…

 

μια στιγμή είναι

μια στιγμή είν’ η αλήθεια
αν την προλάβεις
σωπαίνεις
αν γλιστρήσει μακριά
σαν αναστεναγμός ή ανάγκη
αλλάζει χρώματα
φαντάζει ψεύτικη κι αυτή
κι αστεία

 

μυστικά

από ίσκιο αθόρυβο, μυστικό
ξύπνησε
μεσάνυχτα σχεδόν
η σκιά μέσα στο σκοτάδι
ξεπρόβαλλε κυνηγημένη λες
από δέντρων ψίθυρους
υπόγειους, μυστικούς
σ’ εκείνα τα κρυμμένα μυστικά
άφησε απόψε τα όνειρά της
να πλανηθούν
να πλανευτούν
σιωπηλά
όπως πάντα
κι αυτά
ατίθασα, αθώα μα ορμητικά
την κατέκλυσαν
σαν το τέλος
ή σαν την αρχή
μυστικά
όπως όλα τα σκιρτήματα του νου


flaming lips

 

 

άτιτλο

περπατάει και χάνεται
το μυαλό μου φταίει, μουρμουρίζει

το βλέμμα του πάντα στον ουρανό
η ψυχή μου φταίει, μουρμουρίζει

περπατάει και ηχεί
το ξύλινο πόδι μου φταίει, ουρλιάζει

μια μικρή ιστορία αγωνίας

Κάπως έτσι προσέγγιζε πάντα την ηλικία που ονόμαζε παιδική.
Την εξηγούσε με κινήσεις γρήγορες φαινομενικά χαρούμενες κι ανέμελες.
Κι οι ακροατές του!!
Aαα οι ακροατές του συμφωνούσαν και συμμετείχαν με πάθος και ενθουσιώδη χειροκροτήματα.
Κάποιοι φανατικοί έβγαζαν κι αλαλαγμούς γιατί πολύ αναπολούσαν την ηλικία της αθωότητας
που τους πούλαγε φθηνά κι απλόχερα κάθε βράδυ.
Κι όταν έπεφτε η αυλαία, κι όταν τα φώτα σβήναν και το θέατρο άδειαζε,
έβγαινε από μέσα του βαθύς, ο αναστεναγμός.
Μια ανακούφιση που αν γραφόταν με λέξεις θα έμοιαζε με το…
«τα κατάφερα κι απόψε! ξεγέλασα τη θλίψη»
κι οι υποψίες πως έχασε για πάντα την αθωότητα ή ακόμα χειρότερα, δεν την είχε ποτέ, κατακρημνίζονταν από τα θορυβώδη χειροκροτήματα κι άλλων χαμένων ψυχών. Έτσι δυνάμωνε και πορεύονταν και συνέχιζε, να ζει, να χαμογελά, να ξεγελά το χρόνο

μα όχι τα μάτια των παιδιών που φώναξαν δυνατά….»τι περιμένεις, κόψε τα σκοινιά»!

                                                                                                    

σ’ ένα τεντωμένο σκοινί με μια ομπρέλα

πάνω σε τεντωμένο σκοινί κρατώντας μια ομπρέλα
κάτω, σιωπή
μια υπόγεια σιωπή που καλεί προς τα κάτω πεισματικά
ηδονικά στιγμές στιγμές
μα το πείσμα μεταδίδεται αίφνης και γίνεται ζωή
κρατώ την ομπρέλα και τα πρώτα βήματα κάνω δειλά πάνω στο σκοινί
δεν φοβάμαι μα δειλιάζω μονάχα στην ιδέα της ικανοποίησης της ιδέας της πτώσης
προχωρώ σταθερά
σωπαίνω, σβήνω κάθε σκέψη και συγκεντρώνομαι στο πέρασμα του βήματος σε δράση
του βήματος σε ζωή, σε έλλειψη χειροκροτημάτων τέλους
σε έναρξη χειροκροτημάτων επιβίωσης, και τι κρίμα που χάνω την ισορροπία μου
και κει που ένα δυνατό αααααα ακούγεται ένα ααααα που προσμένει την πτώση αχόρταγα
βρίσκω ξανά την ισορροπία και συνεχίζω
πάνω στο τεντωμένο σκοινί κρατώντας μια ομπρέλα
σε πείσμα του ααααα, σε πείσμα του τέλους

κι είναι η μπάρα δυνατή για να στηρίξει ακόμη και τη ζαλισμένη μου συνείδηση
κι είναι η καρδιά μου ζωντανή για να μεταφέρει στο αχόρταγο πλήθος που προσμένει το τέλος
την απόλυτη …. ζωή


 whitescars


 

Κουρέλια και χρώματα

 Σαν ένα παλιό λασπωμένο κουρέλι που κανείς δεν ήθελε πια, έτσι έμοιαζε όπως ήταν κουλουριασμένος πάνω στο πεζοδρόμιο, γυμνός, ματωμένος, ένα κουβάρι όνειρα που μπλέχτηκαν πολύ κι έγιναν παρελθόν φθαρμένο και πεταμένο στο περιθώριο.

Πλησίασε το όνειρο μα δεν άγγιξε. Μια εκνευριστική συριστική φωνή ακούστηκε δυνατά πίσω μου, μα  η σκέψη ήταν μακριά σε σκοτεινές στοές αθανάτων, η ύλη εδώ να επιβεβαιώνει πως δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κι εγώ, χαμένη στη μάζα που κάθε άλλο παρά ζωή κουβαλούσε μέσα της.

Στάθηκα για αρκετά λεπτά να κοιτάζω, ένιωσα έντονα την ανάγκη ν’ αγγίξω, μα η ανατριχιαστική κραυγή όμοια με ουρλιαχτό θηρίου μ’ έφερε ξανά στην πραγματικότητα.

Περπατούσα, υπνοβατούσα. Ακούμπησα απαλά τα κλειδιά στο τραπέζι και οδήγησα τα βήματά μου, αθόρυβα, στο εργαστήρι. Άπλωσα στο πάτωμα, με πολύ αργές κινήσεις, πολλά μέτρα καμβά δίχως τέλος γιατί δεν ήξερα ακόμη πού θα με οδηγούσε. Στα χέρια μου δυο μεγάλα μπουκάλια μπογιάς. Κόκκινο, μαύρο. Αυτά είν’ αρκετά, ψιθύρισα κι άπλωσα την ψυχή μου στον καμβά να αναπνεύσει, φωτιά, θάνατο, ζωή, ελπίδα, απελπισία, ομορφιά, ασκήμια, όνειρο και ξανά ζωή… Κι έπειτα σκόρπισα το σώμα μου κομμάτι κομμάτι μέχρι να ματώσει, ένα κουρέλι πάνω στο πεζοδρόμιο δίχως συγκεκριμένο σχήμα και μορφή.

Νύχτωνε, με το σώμα γέμιζα το πανί κόκκινες μνήμες, μαύρες σιωπές, λευκά όνειρα.

Νύχτωνε, με τα χέρια ανέμιζα λαθραίες φαντασιώσεις, με τα χείλη κλείδωνα τις ντροπές

Νύχτωνε….

Απόμεινα εκεί για μήνες, χρόνια, αιώνες.

 

 

 Silena      2011