Just another WordPress.com site

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ)

Γιάννης Σκαρίμπας : Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά

.

John William Waterhouse : Boreas, 1902

 

 


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (18931984)

Από: http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/skaribas-p.htm

.

.

.

Γιάννης Σκαρίμπας-Νικόλας Άσιμος: «Ουλαλούμ»


Γιάννης Σκαρίμπας : Προς τη γραμμή των οριζόντων

 

Henri Rousseau : The Boat in the Storm

.

.

.


 ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, — τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα — με γυάλινα πανιά — πλοίο που πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
έξω απ’ τον κύκλο των νερών —  στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου — φως μου —
— καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί —
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

.

.

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Θόλωνε το βράδυ και βαρύ επροχώρει
μπλάβο σαν ‘να σύγνεφο μελάνι
μέσα στην αχλύ του — όρνιο — το βαπόρι
κι ήμπε σιγανά μεσ’ το λιμάνι.

Το βαπόρι, είπα με ψυχή σκιαγμένη,
νάτο το βαπόρι-όρνιο νάτο,
τάχα ποιόν ν’ αρπάξει έχει έρθει και προσμένει
μουχτερό και δόλιο, από δω κάτω;

Ήταν μου το θάρρος έντρομο και όμως
μαύρες υποψίες έχω εντός μου
— ξέρω — ένας κρύφιος θα με φέρει δρόμος
όξ’ από τα όρια του κόσμου.

Αχ δυστυχισμένος έκλαιγα όλη νύχτα
τις προετοιμασίες κάνοντας του Άδη
κι όλο το βαπόρι ρεύονταν κι αλύχτα
— ύαινα τυφλή — μεσ’ το σκοτάδι.

Την αυγή δεν τώδα! Στα νερά επροχώρει
μια γραμμή — που τα ουράνια σμίγει —
φειδωτή μου δείχνει πούθε το βαπόρι,
το βαπόρι,  πούθε του,  είχε φύγει.

Τώρα πιο θλιμμένος την ψυχή μου ανοίγω,
τραγουδεί πικρά η λύπη εντός μου:
Αχ τι ευκαιρία πούχασα να φύγω
όξ’ από τα όρια του κόσμου!…

 

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π α ς  (1892-1984)

Ουλαλούμ, 1936

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  &  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 290-291)

 

 

Γιάννης Σκαρίμπας – Μαρία Βουμβάκη : «Φαντασία»