Just another WordPress.com site

ΤΣΙΑΚΟΣ (ΑΝΔΡΕΑΣ)

Ανδρέας Τσιάκος : Με συντροφιά τη μοναξιά του κόσμου – τρία ανέκδοτα ποιήματα

.

Paul Delvaux: L’ echo ou le mystere de la route

.

.

.

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

.

Σε λίγο καιρό,

αυτό το θαυμάσιο γέλιο

θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ

–σ’ ένα Γαλάζιο Δούναβη–

πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,

με ύψιλον κεφαλαίο,

δίνει στους επόμενους τη σιγουριά

πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο

εξίσου δυνατό με την ζωή.

.

.

 

ΗΡΘΑ ΕΔΩ

.

Ήρθα εδώ,

για ν’ ανατείλω από το φώς

που δίνει

η δεύτερη σκιά των πραγμάτων.

 

Προσωρινός διασκεδαστής του σύμπαντος

προσπαθώ να φέρω εις πέρας

το νούμερο που χειροκροτεί

ο γελαστός ηλικιωμένος

στα πίσω καθίσματα της ιστορίας.

 

Μοναδικός μου τρόμος

είναι να μην ξέρω για ποιόν ν’ αρρωστήσω.

 

.

ΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

(Αυτή η μελαγχολία

δεν ταιριάζει σε κανένα!)

Ενοχλητικές φοβίες.

Ο θάνατος που σε κάνει να μετανοείς.

–Πότε θα φύγεις για πάντα πατέρα;–

Οι δυστυχισμένοι,

οι κοπιαστικές δουλειές,

οι αναχωρήσεις που σου ξεσκίζουν τη καρδιά.

 

Τα κουρασμένα λόγια

τραμπαλίζουν στο κρεβάτι μου,

προσθέτουν το απέραντο

τεμαχίζοντας τις απαγορευμένες αγάπες.

 

Κι αυτός εκεί ο διαβάτης των νεκρών πεζοδρομίων,

γιατί εξακολουθεί να παίζει κρυφτό

στην εύθραυστη από καιρό,

εθνική οδό της μνήνης μου;

.

.

Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς

.

Ο  Ανδρέας  Τσιάκος  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ.

Advertisements

Ο ερωτικός Γιώργος Κ. Καραβασίλης

 

Επιμέλεια : Ανδρέας Τσιάκος & Σπύρος Ηλιόπουλος

Ο  ποιητής  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ.   Κ α ρ α β α σ ί λ η ς   γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Τελείωσε το Βαρβάκειο και φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Π.Ο.Ε.) Σπούδασε θέατρο στη σχολή του Δημήτρη Ροντήρη και αποφοίτησε από τη σχολή του Γρ. Βαφιά. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1970 ως ποιητής, μεταφραστής και κριτικός βιβλίου σε περιοδικά και στον ημερήσιο αθηναϊκο Τύπο (Η Καθημερινή, Το Βήμα, Η Πρώτη). Υπήρξε  συνεργάτης της ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2, όπου είχε μια σειρά εκπομπών για την ερωτική και παγκόσμια ποίηση και για την πρώτη ελληνική μεταπολεμική γενιά. Υπήρξε επίσης στέλεχος της ΕΡΤ1 στην εκπομπή «Τέχνη και Πολιτισμός». Ήταν μέλος της Eταιρείας Συγγραφέων και της Ε.Σ.Η.Ε.Α. «Έφυγε» στις 27 Απριλίου του 2004.

Συλλογές :  Η γραφή και το μαχαίρι, 1970 – Καλλιέργεια του αίματος, 1973 — Τα Ηδυπαθή, 1976–Τα μυστικά δωμάτια του πύργου, 1978 – Ποιήματα (1970-1980), 1980 —  Καλλιέργεια του αίματος, επιλογική έκδοση όλων των προηγουμένων συλλογών και δύο ανέκδοτων με τίτλους Τα φιλέρημα (1979-1983) και Φαγιάντσες (1982-1984), Γνώση, 1984 — Υπέρ των Μουσών, Γνώση, 1990 —  Το αιμομιχτικό λεμόνι, ορυκτά, ποιήσεις, Δελφίνι, 1996 — Το μάτι του τοπίου, Γαβριηλίδης, 2001 — Ποιήσεις, Γαβριηλίδης, 2004.  

Για  λεπτομερές  Εργοβιογραφικό, βλ. http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1157618688&archive=&start_from=&ucat=45&show_cat=45

 

 

 

« “Αν έστω και δύο στίχοι μου μείνουν μετά από μένα, καλώς πέρασα” έλεγε ο Γιώργος Καραβασίλης. Όχι μόνο δύο, αλλά πολλούς, πολλούς περισσότερους στίχους του άφησε να συντροφεύουν τους ψηλαφούντες την ποίηση και την ψυχή της γραφής. Που σημαίνει πως καλώς επέρασε απ’ εδώ […] Ποιητής και δημοσιογράφος, φιγούρα ασυνήθιστα ευγενής, με μια αριστοκρατική φινέτσα άλλων εποχών, μια γλυκύτητα στο βλέμμα κι έναν καλό λόγο στο στόμα για όλους συνεχώς. Ποιητής του έρωτα κατά βάση, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος. Από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας έχει καταγραφεί ως μια από τις εξέχουσες ποιητικές φωνές της γενιάς του ’70. Για τους συναδέλφους στη δημοσιογραφία άφησε στίγμα ήθους και γνώσης, για τους φίλους του θα μείνει πάντα ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωντάνια, που γευόταν με αρχοντιά τη χαρά της ζωής και μοιραζόταν κουβέντες ψυχής σ’ ένα μπαρ τις μικρές ώρες της μέρας». ~ ΠΟΛΥ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ

Πηγή : http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=13&t=165898#p2295294

«Ο μακαρίτης ποιητής (1949-2004) μας γνέφει από την παραδείσια εικόνα που είχε φτιάξει υπέρ της ποίησής του. Ποίηση ανέγγιχτη που κρατάει από το συμβολισμό των Γάλλων παρακμιακών κι ακόμη πιο πίσω, από τη ρωγμή του Μποντλέρ. Σαράντα χρόνια στα γράμματα που τυπωμένα κι όμως ατύπωτα είναι, γιατί το σώμα προϋποθέτουν, σπαρασσόμενο και σπαραγμένο, γέφυρα, γεφύρωμα και γεφυράκι, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όνειρο διασταλτικό και διαστελλόμενο, το οποίο συλλαμβάνει προφητικά το άλεκτον υπέρ του ήχου και εναντίον του νοήματος: “Και γω, εγώ ένας μικρός μα ξακουστός, ως Τειρεσίας, για να μη σβήσουν το φως μου μπρος στην τόση γύμνια, πάνορμα κορμιά (ενός καιρού που δεν λαξεύει Χρόνος) κρύφτηκα μες στις συστάδες φιλικών τους θάμνων, συμμάχων που μου συμπαραστάθηκαν, πίσω από πεύκα πιστά -σωματοφύλακες αφοσιωμένους, έγινα ένα μ’ αρμυρίκια στη συνωμοσία”. Ο Γ. Καραβασίλης οργανικά, λόγω ηλικίας, ανήκει στην ονομαζόμενη γενιά του ’70. Συνειδησιακά και ψυχολογικά, όμως, βρισκόταν εκτός των υδάτων της. Καλλιέργησε το δικό του χωραφάκι, σπέρνοντάς το με μεσοπολεμικούς σπόρους-τόνους, που μεταφυτεύτηκαν στο τοπίο της δικτατορίας και της μεταπολεμικής πολιτικοποιημένης περιόδου. Παρέμεινε, πάντοτε, μοναχικά πριγκιπικός, ένας ερωτών του έρωτος και ένας ερωτευμένος της ερώτησης, αναπάντητες κλήσεις σ’ έναν τηλεφωνητή, παρατημένο σ’ ένα άδειο δωμάτιο ενός οποιουδήποτε διαμερίσματος σε πυκνοκατοικημένη συνοικία της Αθήνας. Μπορούμε να φανταστούμε τον ποιητή σ’ ένα μπαρ, κάτω από την πλατεία Βικτωρίας ή την πλατεία Αμερικής, πίνοντας τα φαρμάκια της νοσταλγίας, νοσταλγώντας το παραδείσιο πτηνό της πολύχρωμης ζωής, το ωδικόν της παρηγορίας. Ή μήπως ένα καναρίνι στο κλουβί της γκρίζας μοναξιάς, που περιπαίζει το τρέκλισμα και περιπαίζεται από αυτό, καθώς σβήνει η σκιά και η περπατησιά της στο τελείωμα δρόμου κακοφωτισμένου που “κόβεται” από τα χιλιόμετρα διερχόμενου αυτοκινήτου με ταχύτητα εκατό;» ~ΒΑΣΙΛΗΣ Κ.  ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Πηγή: http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=21/05/2004&id=3790636

 

 

Ζωγραφική Alberto Gálvez 


 

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

 

Κέρδισες∙ και το χαμόγελό σου
Ερωτικό ρυάκι συνεπήρε
Καθώς υψώναμε μαζί την Άγια καμπάνα
Των αηδονιών και των κυκλάμινων
Στο θαλερό τοπίο.
Στον τρυγητό της αγκαλιάς μας.
Ο θόλος της κόμης υγρός.
Τα μάτια σου χτυπούν τα γύρω δέντρα.
Διάσπαρτος ήλιος.
Στο δέσιμο της σάρκας
Το κρόταλο του ίσκιου μας στη φυλλωσιά.

( Η  γ ρ α φ ή  κ α ι  τ ο  μ α χ α ί ρ ι )

 

 

ΓΙΑ ΣΕ, ΠΟΥ ΞΕΚΟΨΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΙΟΥ

 

Για σε, που ξέκοψες απ’ το πλευρό του μελισσιού
Και ήρθες να μεθύσεις στο φιλί μου
Θ’ αλλάξω τα μάτια μου.
Για σένα, βέλασμα της ακατοίκητης αυγής,
Με βλέμμα νεκρού αγαπημένου θα φορτίσω τα μάτια μου.
Του πρώτου κόσμου έμβρυο που κούρνιασες στο στέρνο μου,
Θ’ ανεβώ την ηλικία της άγνοιας και της σοφίας
Τα μάτια σου ν’ ανοίξω, το σώμα σου να χτίσω.
Δροσιά μαντηλιού σ’ ετοιμοθάνατο,
Ευφροσύνη χιονιού σε θάλλον στήθος να σε πω.
Και σαν στο αίμα σου, του κάλλους οι βυθοί αναβοσβήνουν,
Θα ξεριζώσω αυτά τα μάτια,
Θα ξεκληρίσω τη δυναστεία του πάθους,
Για να μπορώ κι εγώ να στεγαστώ αγάπη μου,
Για να μπορώ κι εγώ ν’ αγαπηθώ.

( Κ α λ λ ι έ ρ γ ε ι α  τ ο υ  α ί μ α τ ος )

 

 

ΠΕΡΝΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙ

 

Περνά περβόλια, εκκλησιές για να με βρει
Κι  έχει μαζέψει ήλιους, ποταμούς και κάμπους
Και στα μαλλιά της τα λιοστάσια πέλαγα,
Θυμάρι δαχτυλίδι τα σφυρά της.

Περνά βραγιές, φορτώνεται τις πυρκαγιές
Με τον Ιούλιο στη γλώσσα της σπαρμένο.
Πριν φύγει θα της πνίξω κάθε μυρουδιά∙
Στο γυρισμό της να μοιράσει την πνοή μου.

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ

 

Τυφλό αηδόνι χτίζει τη φωλιά του
Καθώς το χέρι μου περνάει στα μαλλιά σου,
Τότε το γέλιο σου παφλάζει, σκάζει στα νερά,
Τους αστερίες ξεσηκώνει,
Φρέσκια δροσιά φυτεύει
Στις πελαγοκυψέλες.

Ακούγεσαι, θ’ ακούγεσαι για δυο χιλιάδες χρόνια.

 

 

ΠΡΟΣΚΑΙΡΟΝ ΣΩΜΑ

 

Τόπος χλωρός ακμάζει σαν γδύνεσαι.

Το ρυάκι τα ρούχα της μαζεύει και φαιδρύνεται.

Πουλιά μεταναστεύουν σε θαλασσινούς κήπους της κόμης.

Ο άνεμος σηκώνει το φουστάνι της φωνής στο γόνατο.

Γλώσσα μου γίνε φιλί της

Στ’ άπατα του σύννεφου
Των ματιών η ξαστεριά.

Ασφυκτική ανθοφορία
Λακτίζει τον κρατήρα σου.

Θάλασσα,
Σεντόνι γαλανό,
Κοιμού στη γύμνια μας.

Όνειρα καλά θα ξενυχτούν στην αγκαλιά μας.

( Τ α  Η δ υ π α θ ή )

 

 

ΠΑΝΤΑ Σ’ ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΑ ΚΑΙ ΔΕΝ Σ’ ΕΥΡΙΣΚΑ ΠΟΤΕ

 

Πάντα σ΄ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Στα κερδισμένα και χαμένα όνειρα της νύχτας
Κι ακόμα σε τοπία που απαιτούν να τα ορίσεις
Με τα δικά σου στίγματα για να σωθούν,
Στις κατακόμβες του καιρού
Με τις θαμπές, μισοσβησμένες οπτασίες,
Τα πρόσωπα που χάσαμε πριν γεννηθούμε.
Πάντα σ’ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Όταν για μια στιγμή, όλα μαζί ανάβαν τα βεγγαλικά
Της λευτεριάς που έπαιρνε μορφή στο σώμα∙
Όταν γυμνός μέχρι τη ρίζα σού δινόμουν
Έως το πιο βαθύ μου κόκαλο
Στο χρόνο βυθιζόμουν και στα πράγματα.
Ω Αναπνοή, που δεν γνωρίζεις πλάτος.

Αλλά, να μεταγγίσω αίμα σ’ ένα φάντασμα;

( Τ α  μ υ σ τ ι κ ά  δ ω μ ά τ ι α  τ ο υ  π ύ ρ γ ο υ )

 

 

ΦΑΣΗ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟΥ

ΙΙΙ

Καθώς βουτάς σ’ ανυποψίαστα νερά,
Να ξεπλυθείς από τα δάση,
Σε βλέπω μυστική κραυγή
Αόρατο προμήνυμα σ’ ακούω
Της βλάστησης εκείνης:
Να πέσει θέλει, να
Ξεκουραστεί, να σωριαστεί
Στη θάλασσα.

Να μη λησμονηθεί εκείνη η ώρα του τοπίου∙
Πάνω στο σώμα σου∙ για πάντα.

( Τ α  φ ι λ έ ρ η μ α )

 

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ

 

Στιλπνοί μηροί, κρουστοί και δροσερότατοι
Που το καρπούζι σκάει σαν τριζοβολάτε.

{…}

Σάρκα! Στο φυλλοβόλημά σου
Μυριάδες δυο αγριολούλουδα

{…}

Μια υποψία ξαφνική; η ενοχή;
Κάτι σαν βέλος έκοψε στα δυο
Ένα φιλί

{…}

Τα χείλια σου γουστάρω να ρουφήξω τ’ αλανιάρικα,
Τα μάτια σου να πιω τα καφεσαντανιάρικα.

{…}

Περνά περίπολο στα μάτια το φεγγάρι
Μία με τρεις;, με τη φωνή του γρύλου συντροφιά,
Μα από ποιό κρεβάτι απόψε τό ‘χουν πάρει;
Προσπέρασε και ξέχασε να πει τα συνθηματικά.

( Φ α γ ι ά ν τ σ ε ς )

 

 

ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

 

Κι ήρθες ξανά κορμί
Με σάρκα θάλασσα που ανθίζει τον Σεπτέμβρη,
Γεύση-κρασί ψημένο στο βοριά
Κι ευώδιαζες πρωτόβγαλτο ψωμί
Από καινούργιο στάρι,
Μαγιάτικη δροσιά
Σαν στάζει στο χορτάρι
Κάθε σου μίλημα και χάδι και φιλί.

( Υ π έ ρ  τ ω ν  Μ ο υ σ ώ ν )


 

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΝΑ

1.

Κατάρτια σημαιοστόλιστα
Που καίγονται μεσογιορτής,
Οι έρωτες.

3.

Λευκό εσώρουχο,
Απόφαση για πρόσβαση
Σε λόχμη τρυφερότατη,
Σε χείλη που γλυκοκοιτάζουν.

4.

Πλατυτέρα των αναστεναγμών,
Στην τρυφηλότητά σου δώρισα
Έως βλεφάρων
Στεφάνι σκιερών σαπφείρων.

9.

Στίφη στιλέτων
Στίλβουνε μες στην καρδιά μου,
Μα το δικό σου μαχαιράκι, Δήμια,
Στρίβει τετάνους.

( Τ ο  μ ά τ ι  τ ο υ  τ ο π ί ο υ )



 Όπως ξυπνούν οι εραστές


Αφιέρωμα στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Επιμέλεια: Ανδρέας Τσιάκος – Σπύρος Ηλιόπουλος

«Η ποιητική διάθεση είναι καθημερινή υπόθεση του κάθε ανθρώπου» (Γ. Μαρκόπουλος)

 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αγαπημένη φίλη Θ., που  αν και  πιστεύει ότι δεν έχει «τις απαιτούμενες γνώσεις»  για να καταλάβει την ποίηση, όταν διαβάσει τον Γιώργο Μαρκόπουλο θα αναγνωρίσει, είμαι σίγουρος, όσα βαθιά μέσα της πάντα γνώριζε, και ίσως δακρύσει, απελευθερώνοντας  μια λύπη πολύ λεπτή και πολύ  ωραία.  –Σ. Η.

ΦΩΤΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

                                

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό – Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965  ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Καβάφη  στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το 1999 με το Κρατικό  Βραβείο  Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι, η οποία εν συνεχεία  ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Είναι μέλος τηςΕταιρείας Συγγραφέων από το 1982.

 


Π ο ι η τ ι κ ά   έ ρ γ α

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα [χ.ε.], 1968

Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα,  Κούρος, 1973

Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα, Κέδρος,  1976

Οι πυροτεχνουργοί,  Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1979 /  Θεσσαλονίκη, Μικρή Εγνατία, 1980/ Αθήνα, Εστία, 1982

Ποιήματα 1968-1976, Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1980

Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα, Υάκινθος, 1987

Ποιήματα 1968-1987 , Αθήνα, Νεφέλη, 1992, 2000

Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα, Νέο επίπεδο / χειροκίνητο, 1994
(με τρεις έγχρωμες αριθμημένες ξυλογραφίες  του Γιάννη Στεφανάκι)

Μη σκεπάζεις το ποτάμι,  Κέδρος, 1998, 1999, 2000

Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 2010, β΄ έκδοση

Π ε ζ ά

Ιστορικό κέντρο, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 2006

Δ ο κ ί μ ι α

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α’, Αθήνα,  Ρόπτρον, 1991

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β’, Αθήνα,  Νεφέλη, 1994

Εντός και εκτός έδρας (το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση), Αθήνα, Καστανιώτης, 2006

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, Αθήνα,  Εκάτη, 2009

Ά λ λ α

Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση, Αθήνα,  Γαβριηλίδης, 1999

Ποιήματα που αγαπήσαμε (μαζί με τον Κώστα Νικολάκη), Αθήνα, Εκάτη, 2009



 

 

 

Από τη συλλογή :

Οι πυροτεχνουργοί

Ο  Ξ έ ν ο ς

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.

 

Από τη συλλογή :

Η ιστορία  του  ξένου  και  της  λυπημένης

Γ υ ν α ί κ α  μ ε τ α ι χ μ ι α κ ή ς  η λ ι κ ί α ς

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
Που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους
την ερημιά του μάστορα.

 

Από τη συλλογή:

Η θλίψις του προαστίου

Κ α θ ώ ς  θ α  φ ε ύ γ ε ι ς

Καθώς θα φεύγεις,
παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
—ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—
ή  σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα.

 

Από τη συλλογή :

Μη σκεπάζεις το ποτάμι

Γ ε ν έ τ ε ι ρ α  ε ν  ε ο ρ τ ή

Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία
πλην όμως στις εξώπορτες
άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια
με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο
με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες
μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτε του δυόσμου
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μας χρόνων
—μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου—
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

Δ ι α β ά σ ε ι ς  Π ε ζ ώ ν

12. Επιστροφή

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο
και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος
και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου
τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση
για τότε που θα χωρίσουν.

Στην εξοχή στάθηκα
και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία
όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,
του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,
του εφήβου την ακαταστασία
της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,
ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,
βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά
κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα
το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα
και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος
και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη
ερχόμουνα κοντά σου φορά, Κύριε,
ζέστη, παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει
και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο
ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο;»

Γύρισα στο πατρικό μου σπίτι.

Έσυρα τον αντίχειρα στην πλάτη του φτωχού σκυλιού
Και του μετέφερα λύπη.


Από τη συλλογή :

Κρυφός Κυνηγός                 

Μ ε τ ά  τ ω ν  α γ ί ω ν

(Επιλογή)    

—- Το παιδί που σου αναγγέλλει τη ζημιά τραγουδώντας, για να απαλύνει έτσι το μέγεθος και τη σημασία της.

—- Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του.

—- Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

—- Το διανοητικά άρρωστο παλικάρι με το «κορνιζαρισμένο» χαμόγελο, εγκαταλειμμένο στη μέση της πλατείας, στο αναπηρικό καροτσάκι του, καθότι όλοι έφυγαν διαμιάς, γιατί έγινε σεισμός.

—- Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν το νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

—- Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επενεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι  που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

—- Οι δύο εκείνοι νεαροί — άντρας και γυναίκα — έχοντας μόλις βγει απ’ το ψυχιατρείο — όπου και γνωρίστηκαν — καθισμένοι στις καρέκλες του ζαχαροπλαστείου ενώ πίνουν χάπια με γάλα και λέγοντας μεγαλόφωνα αηδίες τρισευτυχισμένοι γελούν και πάλι γελούν.

—- Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα του που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.

—- Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους.

—- Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.

—- Ο γιος τού πριν από τρείς μέρες πεθαμένου πατέρα, αν και διαλυμένος σχεδόν απ’ το πένθος, νερό να ρίχνει με το λάστιχο στον μόλις ανεγερθέντα καινούργιο όροφο του σπιτιού τους, για να πήξει το τσιμέντο.

—- Παιδάκια που παίζουν στο δωμάτιό τους κλοτσώντας την μπάλα σιγά, πολύ σιγά, γιατί η μαμά τους τούς είπε πως οι δίπλα έχουνε πένθος.

—- Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.

—- Τα κοριτσάκια εκείνα στη φωτογραφία του 1948, που τα μισά ήσαν με τα μαλλάκια τους κανονικά και τα άλλα μισά κουρεμένα  με την ψιλή, για να δηλώνεται έτσι ότι ήσαν ορφανά.

—- Ο πανύψηλος εκείνος άντρας με τα γένια, ντυμένος μαχητής τοτ ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αντί για όπλο κρατούσε στα χέρια του ένα καδρόνι πουλώντας λαχεία.

—- Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή από τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.

 Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς


 ~.~

 

Π ρ ο σ θ ή κ η : Τετάρτη , 19/10, 22:55΄

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος *

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

«Ο ποιητής είναι το χέρι που έχει οριστεί από μια άλλη δύναμη, για να παίρνουν τα πράγματα τη σωστή τους θέση μέσα στον κόσμο. Για μένα ήταν προορισμένο να υπηρετήσω την Ποίηση. Αυτή με λυτρώνει. Τώρα μάλιστα πολύ περισσότερο. Αφού η Ποίηση στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, είναι είδος προς εξαφάνιση».

Παρά τους δύσκολους καιρούς, ο Γιώργος Μαρκόπουλος εξακολουθεί, με μια γαλήνια επιμονή, να ιερουργεί στο βωμό της Ποίησης, δεκαετίες τώρα. Κι επιμένει, ότι «η ποιητική λειτουργία είναι συνυφασμένη με ήθος, που η Ποίηση το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη, διότι είναι πιο ερμητική και υπακούει λιγότερο στις σειρήνες».

–       Ξεκίνημα;

–       Άρχισα να γράφω πεζογραφία, την οποία εξακολουθώ να αγαπώ, να θαυμάζω και ενίοτε να γράφω. Αλλά μοιάζω με το παιδάκι που βάζει το πόδι του στο νερό του ποταμιού, το βρίσκει πολύ βαθύ και τραβιέται πίσω.

–       Βαθύ το ποτάμι με τον πεζό λόγο και όχι με την Ποίηση;

–       Είναι με όλες τις τέχνες βαθύ το ποτάμι, όταν ψάχνεις την ουσία, την αλήθεια.

–       Είπατε ότι λυτρώνει. Μόνο μέσα από οδύνη γεννιέται ένα ποίημα;

–       Χωρίς λύπη δεν υπάρχει δημιουργία. Πιστεύω ότι κάθε τέχνη και η Ποίηση, υπάρχει μέσα από μια δημιουργική οδύνη. Μια ανεξαγόραστη χαρά είναι, όταν είσαι σίγουρος ότι έχεις τελειώσει ένα ποίημα.

–       Καθορίζει τρόπο ζωής η Ποίηση;

–       Και τη συμπεριφορά μας. Διότι κομίζει ένα δικό της ήθος, το οποίο είναι ιδιαίτερο και χωρίς να φαίνεται, είναι μακριά από τις συμπεριφορές και τις κακές συνήθειες των πολλών.

–       Ο ποιητής;

–       Ένα άτομο από τη φύση του ηττημένο. Διότι, αν δεν ξεκινήσεις έχοντας συνειδητοποιήσει αυτή την ήττα απέναντι στη φθορά, στο χρόνο και στο θάνατο, δε νομίζω ότι μπορείς να βουτήξεις στα βαθιά.

–       Εμπιστεύεστε;

–       Τους εξόχως ευγενείς και ταυτοχρόνως ποιητικούς, είτε είναι καθηγητές Πανεπιστημίου, είτε βοσκοί.

–       Άλλαξε η ματιά σας;

–       Ναι. Η Ποίηση μας κάνει πολύ πιο τρυφερούς, με κατανόηση. Πιο καλούς ανθρώπους.

–       Η υστεροφημία;

–       Δεν πιστεύω ότι θα μείνει κάτι αφού φύγω. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν έμενε κάτι στις ανθολογίες, αλλά δεν πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη τα δικά μου πράγματα. Είμαι όμως ευτυχισμένος που λυτρώνομαι σήμερα με αυτό που κάνω, που έχω, θέλω να πιστεύω, μια συμπεριφορά πάρα πολύ καλή και έχω γνωρίσει ανθρώπους μέσω της Ποίησης που τους διακρίνει σπάνια ευαισθησία.

–       Τι σημαίνει η έκδοση ενός βιβλίου σας;

–       Σταθμός ζωής. Πάντα εκεί κρύβεται ένα κομμάτι ζωής.

–       Γιατί εκδίδετε βιβλία;

–       Για να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Γιατί πιστεύω ότι αυτά που γράφω, όσο κι αν ακούγεται εγωιστικό, ενδιαφέρουν έστω πενήντα – εκατό άτομα. Δεν είναι και λίγο να πιστεύεις ότι ενδιαφέρεις έστω πενήντα ανθρώπους.

–       Ποιοι σημάδεψαν τη ζωή σας;

–       Από την οικογένεια, ο πατέρας και ο αδερφός μου. Πρόσωπα αξεπέραστα για μένα. Ιδίως για την βαθύτατη ευαισθησία τους. Τους χρωστώ τα πάντα.

–       Από ποιητές;

–       Από αυτούς που με αγκάλιασαν με πατρική στοργή και με βοήθησαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος, θέλω να σταθώ στον Δημήτρη Παπαδίτσα. Αλλά κυρίως, στον ανυπέρβλητο άνθρωπο και ποιητή, Τάσο Λειβαδίτη. Ο Τάσος είχε αυτό που δεν μπορώ να πιστέψω. Ότι άνθρωποι με βήμα αλαφρύ σαν του πουλιού, μπορεί να φεύγουν από τη ζωή. Τον φαντάζομαι σαν σύννεφο που πορεύεται και λαμπραίνει τον κόσμο μας.

–       Σταθμοί ζωής;

–       Ότι γεννήθηκα σε ένα μέρος, όπου το φως του ουρανού και η θάλασσα που το περιέβαλλε είναι από τα πιο σπάνια πράγματα που έχω δει σε αυτόν τον κόσμο και έχουν καθορίσει την ιδιοσυγκρασία μου.

–       Μιλάτε για σταθμό ζωής περιγράφοντας εικόνα…

–       Λατρεύω τις εικόνες. Μακάρι να μπορούσαμε να μιλούμε με εικόνες χωρίς να χρειαζόμαστε λόγια. Είναι η ποίηση που διαχέεται στον αέρα. Σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν χάνεται, φτάνει να έχουμε μάτια να το δούμε.

–       Σταθμός άλλος;

–       Όταν ήρθαμε στην Αθήνα στα δεκατέσσερα μου. Στην αρχή έκλαιγα και χάιδευα τους τοίχους του σπιτιού πριν φύγουμε από την πατρίδα μου. Αλλά όταν ήρθαμε εδώ, μαγεύτηκα. Δεν ξέρω τι με ώθησε μυστικά από την πρώτη βδομάδα, να θέλω να ανακαλύψω τι γινότανε σε αυτήν την πόλη.

–       Να λοιπόν γιατί η Αθήνα είναι η πηγή σας, στο τελευταίο βιβλίο.

–       Η Αθήνα είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Μου πρόσφερε πολλά. Έχει υπόγειες δυνάμεις που μπορούν να μας διακινούν με τον καλύτερο και πιο δυνατό τρόπο. Άμα προσέξει κανείς, κάτι ίπταται, κάτι έχει στο αίμα της αυτή η πόλη. Υπάρχει όμως λίγο και η πατρίδα μου. Αυτή που έχω κρατήσει μέσα μου, όχι η τωρινή. Αν δω την πατρίδα μου σαν ερωμένη, είναι μια ερωμένη που πορεύτηκε ερήμην μου κι εγώ ερήμην της, αφού απουσίασα για δεκαετίες.  Αυτό το χάσμα προσπαθώ κάθε φορά να το γεφυρώσω.

–       Η φοβερή πατρίδα όπως τη χαρακτηρίζετε.

–        Ναι. Έχω κάνει κι ένα ποίημα όπου γράφω «Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης». Είναι χάσμα αγεφύρωτο αυτό.

–       Γυμνάσιο;

–       Ευτύχησα να γραφτώ στο Δεύτερο Γυμνάσιο στην οδό Χέυδεν και Αχαρνών που μου έδωσε ώθηση μεγάλη. Ήταν διαφορετικό ό,τι συνέβαινε σε αυτό το σχολείο, όχι μόνο από τους δασκάλους, αλλά και από τους μαθητές. Ίσως να ευθύνεται και η Βικτόρια που ήταν άτακτη πλατεία.

–       Φοιτητής;

–       Δεν θα ξεχάσω την επαφή μου με το φοιτητικό κίνημα της εποχής. Επί δικτατορίας. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, αποκόμισα πολύ ωραία πράγματα. Ότι έγινε τότε, είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου και με καθορίζει μέχρι και τώρα.

–       Πρέπει να ταυτίζεται η ζωή με το έργο του δημιουργού;

–       Δεν συμβαίνει πάντα. Αλλά για τους ποιητές, πιστεύω ότι πρέπει να ταυτίζεται.  Δεν χωρούν το ψέμα και η υποκρισία στη ζωή ενός ποιητή. Είναι ανεπίτρεπτα αυτά όταν υπηρετείς αξίες ζωής.

–       Λύπη;

–       Όταν έχασα πρώτα τη μητέρα και στη συνέχεια τον πατέρα μου.

–       Δεν είχατε συμφιλιωθεί με τη σκέψη της απώλειας;

–       Η λογική δεν είναι συντρόφισσα που την έχουμε όταν τη χρειαζόμαστε. Δυστυχώς, συχνά την έχουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε.

–       Η λογική μπορεί να τιθασεύσει το συναίσθημα;

–       Όταν τείνει να παρεκτραπεί το συναίσθημα ή να γίνει επικίνδυνο, μπορεί και πρέπει να παρεμβαίνει η λογική. Για να μην  αυτοκαταστραφούμε. Είναι εξυπνάδα να βάζεις τη λογική να παρεμβαίνει.

–       Υπέρτατη απόλαυση;

–       Πολλές στιγμές την έχω ζήσει. Από μια συναυλία, μέχρι ένα ποτήρι νερό τον Ιούλιο, σε ώρα μεγάλης δίψας.

–       Συναρτάτε την αξία των πραγμάτων με τις συνθήκες;

–       Ναι. Όχι πως δεν θέλω νερό και τον Ιανουάριο. Άλλωστε δεν είπα τυχαία τον Ιούλιο, διότι είναι ο γενέθλιος μήνας μου και έχει επενεργήσει μέσα μου μαγικά.

–       Δηλαδή;

–       Είναι ένας μήνας του οποίου το φως, φέρνει τα πάντα κοντά μας. Κοντά, όσο και μακριά. Σκληρό, φοβερό φως. Μηδέ εξαιρουμένων των νεκρών. Τους νιώθω δίπλα μου με αυτό το φως. Ίσως φταίει ο τόπος που γεννήθηκα, εκεί όπου λειτουργούσα με αυτό το ανελέητο φως του Ιουλίου. Δίπλα στη θάλασσα και τις χαμηλές λευκές μάντρες των σπιτιών.

–       Είπατε νεκρούς…

–       Τους έχω πάντα στο μυαλό και την καρδιά, σαν να είναι ζωντανοί. Τους κρατώ κι επανέρχομαι πάντα. Η αγάπη που έχουμε για κάποιους ανθρώπους, είναι συνάρτηση των πράξεων τους. Δεν αγαπάμε κάποιον τυχαία, ούτε γιατί έφυγε. Αλλά γιατί έκανε κάτι όσο ζούσε. Έρχεται στο μυαλό μας ό,τι κόμισε.

–       Όταν σας ανήγγειλαν ότι βραβευτήκατε…

–       Δεν μας αρέσει όταν δε δίνει κανείς σημασία σε αυτό που κάνουμε. Μια βράβευση φέρνει χαρά, ικανοποίηση. Αλλά ο ποιητής πρέπει αμέσως μετά να γυρίσει στα χαρτιά του, εκεί που έχει τάξει την ουσιαστική πλευρά της ζωής του.

–       Έχει λόγο ύπαρξης ο ποιητής;

–       Βέβαια. Ομορφαίνει τη ζωή μας.

–       Μήπως τη δυσκολεύει με τις αλήθειες που φέρει;

–       Η δυσκολία φέρνει την ομορφιά. Πιο γλυκά είναι αυτά που φαίνονται στην αρχή πικρά…

–       Τι θα λέγατε σε ένα νέο ποιητή;

–       Να διαβάζει συνέχεια. Με αυταπάρνηση. Να ζει και να αισθάνεται γλυκά και τρυφερά, απέναντι σε όλους αυτούς που θήτευσαν πριν από αυτόν στο χώρο της Ποίησης. Όλοι έκαναν κάτι σημαντικότερο από μας και μας το έδωσαν για να πορευτούμε.

–       Σας ενοχλεί όταν ρωτούν αν γράφετε;

–       Βαθύτατα. Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο δύσκολα έρχεται το ποίημα. Όχι γιατί μας εγκαταλείπει η έμπνευση, όπως ίσως θα βιαστεί να πει κάποιος. Αλλά γιατί όσο μεγαλώνουμε, περιμένουμε πολύ περισσότερα από το στίχο. Δεν γράφεις με ώρες γραφείου ή όταν θέλεις εσύ.

–       Το βίωμα, στίχος;

–       Είμαι βιωματικός ποιητής. Σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει στα γραπτά μου που να μην είναι βίωμα.

–       Τι συμβαίνει τη στιγμή της γέννας ενός στίχου;

–       Εκκένωση ενέργειας. Ένα ηλεκτρικό φορτίο, που μαζεύεται, μαζεύεται και βγαίνει όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι συνειδητή λειτουργία, αλλά δε μπορείς να την απωθήσεις. Πρέπει να συμβιείς με αυτήν για να λυτρωθείς. Όταν σε συμπαρασύρει στη δίνη της και στα αιτήματα της δεν είσαι ήσυχος. Πρέπει να εκφραστεί για να ησυχάσεις. 

–       Πιστεύετε σε…

–       Στον άνθρωπο και στις ανθρώπινες αξίες. Στην έννοια του καλού, που πάντα υπερισχύει του κακού.

–       Ποιος είναι πλούσιος;

–       Εκείνος που μπορεί να ζει ουσιαστικά την κάθε μέρα του, με πάρα πολύ λίγα μέσα που υπάρχουν στον κόσμο και τη φύση, άντε και με ένα τάλιρο χαρτί…(γέλια)

–       Πολιτική;

–       Με τη στενότερη έννοια, έχουμε όλοι απογοητευτεί. Εγώ δεν παύω να είμαι στο βάθος μου, αγιάτρευτα και αμετακίνητα, άνθρωπος αριστερών πεποιθήσεων με την ευρύτερη έννοια του όρου, πέρα από τα στενά όρια των κομματικών σχηματισμών. Σε αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν χάνεται. Μετά από έναν κύκλο, ο άνθρωπος θα ζητήσει να ξαναβρεί τον άνθρωπο.  Αισθάνομαι υπόγεια ρεύματα που οδηγούν εκεί…

Info: «Ιστορικό Κέντρο» – εκδόσεις Καστανιώτη

«Ω ψυχή, πουλί που δεν ξέρει / και πετά σε μέρες που επιτρέπεται το κυνήγι».

«Γι αυτό και η αγάπη μένει μόνη άλλωστε, να λάμπει στους λιμενοβραχίονες και στα μετόχια: επειδή την ανακαλύπτουν οι άνθρωποι όταν πια δεν μπορούν, όταν πια δεν μπορούν να την προφτάσουν».

«και η Ποίηση ολόκληρη δεν είναι παρά ένας σωρός από άμμο, που τον ψάχνουνε τα αιώνια παιδιά και βρίσκουν μέσα του πολύτιμα πετράδια, ω φίλοι μου, τον ψάχνουνε και βρίσκουν».

«…πίσω από όλα τα πρόσωπα που αλλάξαμε στη ζωή, κρυβόταν πάντα η ίδια – θα ξέρει – η μοναξιά».

 

 

 

Όψεις… Γιώργος Μαρκόπουλος*

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

–       Πρώτος στίχος;

–       Στην πρώτη γυμνασίου. Ήταν ένα ποίημα συναισθηματικό και έμμετρο. Πριν το στίχο είχα γράψει διηγήματα επηρεασμένα από αυτά που διάβαζα στο σχολείο. Με ένα τελείως τυχαίο περιστατικό, μπήκα στην Ποίηση. Νομίζουμε βέβαια ότι συμβαίνουν τυχαία περιστατικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μέσα μας γίνονται άλλες διεργασίες.

–       Πότε άρχισε η συνειδητή, συστηματική γραφή;

–       Όταν ήμουν στην τετάρτη του εξαταξίου Γυμνασίου. Τότε που ανακάλυψα την ποιητική ανθολογία του Περάνθη. Διαβάζοντας, βυθίστηκα σε έναν κόσμο μαγικό, από τον οποίο δεν θέλησα να βγω ούτε ένα λεπτό.

–       Όταν τα χειρόγραφα γίνονται βιβλίο;

–       Νιώθω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά,  αμφιβολίες, ανησυχίες και τα αφήνω για μεγάλο διάστημα. Δεν τα ξανακοιτάω, από φόβο μήπως απογοητευτώ.

–       Έρωτας;

–       Είναι ένα συναίσθημα ακριβό στη ζωή μας. Θα ήθελα πάρα πολύ, παρά τα τραύματα, να το ξαναδοκίμαζα. Όμως ο κόσμος έχει τις ισορροπίες του. Σε μια ηλικία βιώνεις τη γλύκα της καταστροφής και σε μια άλλη, την ησυχία της γνώσης.

–       Φόβος;

–       Ο θάνατος. Τον φοβάμαι, αν και στις ελάχιστες ευτυχώς φορές που έχω κινδυνέψει να τον συναντήσω, στο κρυφτούλι μας κερδίζω εγώ. Αυτός ο φόβος νομίζω είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Είτε γράφεις ποιήματα, είτε είσαι έμπορος, όλα είναι ξόρκια του θανάτου.

–       Τι σας δίνει χαρά;

–       Να γράφω καλά ποιήματα και να αισθάνομαι ότι είμαι αποδεκτός για τις πράξεις και τις συμπεριφορές μου.

–       Ύψιστη αξία ζωής;

–       Το ψάξιμο ενός δρόμου που θα μας κάνει αληθινούς απέναντι στους άλλους και τους άλλους αληθινούς απέναντι μας. Με μια αλήθεια που δεν έχει σχέση με την κοινότοπη που λένε οι άνθρωποι. Μια αλήθεια που μας κάνει να πλησιάζουμε, όσο γίνεται πιο «γυμνοί», τους άλλους, με έναν τρόπο που να βοηθάει να διαλύουμε τα σκοτάδια, την κοινωνική, τη γενετήσια μοναξιά μας.

–       Μοναξιά. Σας φοβίζει;

–       Νομίζω ότι με τον καιρό την έχω χειραγωγήσει. Έφτασα στο σημείο να περνάω και καλά μαζί της όταν με συναναστρέφεται αυτή η κυρία. Είμαι μοναχικός και κοινωνικός. Έγραψα στα είκοσι δύο μου: «Μα εγώ έλεγα πάντα αστεία, γιατί ήξερα πόσο κλειστός ήμουν και φοβόμουν».


(*)Από το το «Κ» της Καθημερινής (2006). Πολύτιμη προσφορά του ποιητή Γιώργου Δουατζή στο αφιέρωμα.  Τον ευχαριστούμε θερμά. Το υλικό αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.


 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος διαβάζει το ποίημά του : «Η μπάντα»

Γιώργος Μαρκόπουλος – συνέντευξη Δαυίδ Ναχμίας  (1/6)


Ανδρέας Τσιάκος : «Δεν θα μπορώ να σας χειροκροτήσω»

 

 

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ. 



 


 

 

Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α     2ο

Τα δύο χέρια μου θαρρώ
δεν μπορώ να τα κινήσω
θέλω κάποιον να βρω
να του τα πουλήσω.
Να πάρω δύο μάτια
να βλέπω κι από πίσω.

Μα ύστερα δεν θα μπορώ
να σας χειροκροτήσω.


Π  Ρ  Ο  Σ  Ε  Υ  Χ  Η

Δεν ξέρω,
Αλλά,
απ’ τα γεννοφάσκια μου οι γονείς μου
Πρέπει να προσευχήθηκαν στον Θεό για μένα.

Να μην τρέχω στις καταλήψεις, να μην κάνω κοπάνες, να μην πηγαίνω στα ηλεκτρονικά, στις αίθουσες του κινηματογράφου να μην γράφω συνθήματα, να γυρίζω στο σπίτι νωρίς,  να μην λαμβάνω μέρος στις διαδηλώσεις κατά του πολέμου, της ανεργίας, της φτώχειας, να μην φοράω μπλου-τζην ξεθωριασμένα, να μην πηγαίνω στις καφετέριες, να είμαι σοβαρός, να διαβάζω τα βράδια, να μην ακούω μουσική ροκ εν ρολλ, να είμαι πάντα χτενισμένος, να λέω καλημέρα στους γείτονες, να λέω καλησπέρα στους γείτονες, να λέω καληνύχτα στους γείτονες, να μην βρίζω την κοινωνία, να μην βγαίνω έξω όταν κάνει κρύο, να μην γράφω ποιήματα, να τελειώσω τα αγγλικά, να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο…

Πολλές φορές κάθομαι κι αναρωτιέμαι
αν ο Θεός τα άκουσε όλα αυτά!


Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α    3ο

Σε άγονα χωράφια καλλιεργώ
τα ραδιενεργά αισθήματά μου.
Κι όπως η γη τρέμει τον γεωργό
Τρέμω τα ποιήματά μου.


Φ  Θ  Ι  Ν  Ο  Π  Ω  Ρ  Ο

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κοστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη
πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,… να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…, μονολογούσε,
να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με τη σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι
–την Κυριακή του Πάσχα—
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…», φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.


Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Περιβολάκι δίχως σύρματα που κλέβω μανταρίνια
δυο-δυο.
Το πανέρι που τ’ ακουμπώ.
Πεζόδρομος που οι καφετέριες γιομίζουν παιδιά.
Φώτα βιτρίνας που ανάβουν μόνο σαν κοντοσταθώ.
Ο δρόμος ο ατελείωτος που όλο να τελειώσω
προσπαθώ στα πεζοδρόμια κι όλο κύκλους κάνω.
Το φεγγάρι που κοιτώ είσαι κι ας με λένε φαντασμένο
πως ποτέ  δεν σε είδαν εκεί —μου λένε—το πρόσωπό
σου κάθε δείλι βλέπω.
Το ρολόι σε καφενείο μικρό που όλο το κοιτούν οι εργάτες
—κι όλο κοντοστέκονται— πριν πιάσουν δουλειά
κι όλο κοντοστέκονται και κοιτούν την ώρα.
Πέννα σε χέρια χωρικού είσαι που δεν ξέρει τι να την
κάνει ο αφελής και την έχει εκεί
για να την βλέπει ο γείτονας
—δώρο απ’ το γιο του που σπουδάζει στην πόλη.
Η κρυψώνα που ποτέ η μάνα μας δεν ανακάλυψε και
κρύβομαι εκεί ανασαίνοντας σιγά σιγά να μη μ’ ακούσουν.
Μουσική πρωινής Κυριακής που, ύστερα από μια
βδομάδα δουλειάς, κάθομαι και ακούω παρατηρώντας
τους στίχους και την καινούργια αίσθηση που μου
προκαλεί προσπαθώ να εξηγήσω στους φίλους και
αυτοί δεν καταλαβαίνουν πως την ακούω για να
γεμίζει το μυαλό μου μέχρι να σε δω το βράδυ.
Προσευχή στα χείλη στρατιώτη που την αγγαρεία
τελείωσε και ξαπλώνει ο δυστυχής να ξεκουραστεί και
πριν κοιμηθεί αποστηθίζει να μη σε ξεχάσει και
αναφερόμενος βγει στον λόχο.
Ο χρόνος που πέρασε σε ζευγάρι παντρεμένο χρόνια
κι αυτό μοιάζει σαν αδέλφια δίδυμα στο πέρασμά σου.
Πουλί που να το φτάσω δεν μπορώ και το κοιτώ
ελεύθερο να πετά στου ουρανού τα χάη να πετά
και στα σύρματα της πόλης το βλέπω να κελαηδά
καταμεσήμερο και μου γλυκαίνει τον ύπνο καθώς εγώ
ονειρεύομαι το αδειανό κλουβί που ετοίμαζα να μπει,
ονειρεύομαι.
Το δέντρο που τη σκιά χαίρομαι καλοκαιριάτικα.
Η χαρά που δίνει στον ψαρά η θάλασσα κι ο φόβος
της γυναίκας του.
Που να γυρίσει προσμένει στην πόρτα γυρτά
ακουμπισμένη ελαφριά και περιμένει να τον δει.

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ.
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Από τη συλλογή Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

Π  Ρ  Ω  Ι  Μ  Η     Κ  Α  Λ  Ο  Κ  Α  Ι  Ρ  Ι  Ν  Η    Θ  Ο  Λ  Ο  Υ  Ρ  Α

Εισήλθα επειγόντως
σήμερα το μεσημέρι
στο νοσοκομείο
με αφόρητους πόνους στην κοιλιά.
—Πρώιμη καλοκαιρινή θολούρα—
“Μήπως εγκυμονώ; ” ψιθύρισα ειρωνικά
για να μετριάσω τον πόνο μου.
Με πήγαν στο θάλαμο 31.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και καθώς περίμενα τον γιατρό
είδα κάτι παλιούς συμμαθητές.
Πιάσαμε την συζήτηση για λίγο,
κι ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι ήταν παντρεμένοι
και μάλιστα με παιδιά.
Τελικά μόνο για το ποδόσφαιρο
κατάφερα να μιλήσω μαζί τους
κι αυτό για τον λόγο ότι
δεν ξέρω από ποδόσφαιρο.
Όταν όμως η συζήτηση πήρε προαγωγή
και κατευθύνθηκε
στα οικογενειακά ζητήματα,
ένιωσα τον πόνο μου να εξαφανίζεται.
Φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου
—μάζεψα το βιβλίο με τις συνταγές
για μια καλύτερη ζωή—
και τους παράτησα εκεί.
Ήμουν σίγουρος καθώς έκλεινα την πόρτα
πως δεν κατάλαβαν την απουσία μου.
Καθώς κατέβαινα και τις τελευταίες σκάλες
άρχισα να γελάω τόσο δυνατά
που παραλίγο οι μηχανές οξυγόνου
να χάσουν την δουλειά τους,
τα ψυχοφάρμακα να μετατραπούν σε τριαντάφυλλα,
κι οι νοσοκόμες να πετάξουν τ’ άσπρα
και να φορέσουν κόκκινα φανταχτερά καπέλα.

Τι γέλιο θα κάνουν μαζί μας οι επόμενες γενιές
και σε πόσα ανέκδοτα τους
οι χαρακτήρες θα ’μαστε εμείς
είχα σκεφτεί πρ’ όλιγου.

—Πάνω από τον τρίτο όροφο
κάποιος πέταξε απ’ το παράθυρο
μια φωτογραφία σου
και τα κλειδιά της ζωής μου.-

(ανέκδοτο ποίημα)

Α ν δ ρ έ α ς   Τ σ ι ά κ ο ς


 

Απαγγέλλει η Ντόριαν Μαρνέρη



Ανδρέας Τσιάκος : θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου

 

 

 

Μόλις χθες, μιλούσαμε με την καλή  σχολιάστρια του ιστολογίου Μ. Λ. για έλλειψη οξυγόνου, ανάσες και αναπνευστικές συσκευές. Και ιδού, σήμερα, πέντε ασκήσεις αναπνοής …  

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑΔΑ.

 

 

 

Σχέδια  και  εξώφυλλο

Κυριάκος Μακρής

 

 

 

Ο  Ε Ρ Ω Τ Α Σ   Ε Ι Μ Α Ι

Aπ’ το πουθενά πλησιάζει, συστήνεται σαν πόνος και ενοικιάζει το καλύτερο δωμάτιο του εγκεφάλου μου, –σκόνη είναι παγιδευμένη στη γωνία, κύκνος και θάνατος αργός, έχει τη γεύση κάποιου γλυκού, μη με ρωτάς τι γλυκό, έχω ξεχάσει αυτή την αίσθηση, λειτουργώ μόνο με το συναίσθημα–, αφήνει προκαταβολή δυο νοίκια μπροστά, δεν έχει οικογένεια μόνο μια τσάντα αλλαξιές για τα σαββατοκύριακα, φορά μαύρα κάτι θα πενθεί νομίζω δεν είμαι σίγουρος, κρατά στα χέρια του ρίζες, μια γλάστρα πλαστική και ένα ξύλινο παράθυρο δίχως τζάμια, δεν μιλά, ωραία λέω, ήσυχος φαίνεται, του δίνω τα κλειδιά, τον ξανακοιτώ, κάποιον μου θυμίζει, δεν βαριέσαι λέω, λάθος θα κάνω, αποκλείεται να ’ναι αυτός που πιστεύω, παίρνει τα κλειδιά λίγο βιαστικά, ανοίγει την πόρτα, πριν μπει στο δωμάτιο τον ακούω να ψιθυρίζει, κάτι σαν τραγούδι έμοιαζε, σκέφτηκα τι είδους πόνος είναι αυτός που τραγουδά, αλλά πάλι το τραγούδι είναι κι αυτό ένας πόνος , ένα μοναχικό παιχνίδι στην τράπουλα του χρόνου, το τραγούδι απαλύνει τον πόνο, στην έσχατη περίπτωση σε συμφιλιώνει με τον πόνο, για δες τώρα μήπως θέλει να γίνουμε φίλοι και μου το λέει έτσι γιατί ντρέπεται, αλλά θα τρελαθώ, πόνος και να ντρέπεται δεν υπάρχει, κάνω μια κίνηση να του μιλήσω, γυρίζει σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουνα και μου λέει:

— « …ο έρωτας είμαι…»!

 

N Ε Ο Σ  Ο Δ Η Γ Ο Σ

Σπρώχνω το φορτηγό των ονείρων μου, στην μεγάλη ανηφόρα να το ανεβάσω θέλω, εκεί που γέρνει η πινακίδα προς τα κάτω, 0 χλμ., η μηχανή σβηστή, όχι τα φρένα λειτουργούν κανονικά άψογα μπορώ να πω έτοιμα να γδάρουν τα λάστιχα είναι, οι καθρέφτες είναι λίγο σπασμένοι αλλά εντάξει έχω συνηθίσει χωρίς να τους κοιτάζω, μια αντανάκλαση είναι όπως τα περισσότερα πράγματα στην ζωή, έλα μην στα λέω εγώ τώρα τα ξέρεις, κρεμάω πάνω τους τουλάχιστον ένα χαϊμαλί, μια φωτογραφία, όλα χρησιμεύουν και για άλλους σκοπούς και ομορφαίνω την καμπίνα μου, τα καθίσματα σχεδόν καινούρια, δεν  έχω καθίσει πότε στην θέση του οδηγού, ακυβέρνητο ήταν το φορτηγό μου και τα όνειρά μου στοιβαγμένα πίσω στην καρότσα ήταν, σαν ποιήματα στο συρτάρι ή σαν έπιπλα που τα μετακομίζεις από πόλη σε πόλη και από σπίτι σε σπίτι με το νάιλον τυλιγμένα, άθικτα, νέος οδηγός είμαι αν κατάλαβες, για χρόνια κοβόμουν στα σήματα, μπέρδευα τις πινακίδες, έλεγα προτεραιότητα αριστερά εκεί που έπρεπε να στρίψω δεξιά, γι’ αυτό με βλέπεις τώρα να σπρώχνω από μπροστά, να το ανεβάσω θέλω με την όπισθεν  και να το αφήσω να τρέξει στην κατηφόρα με ταχύτητα εθνικής οδού.

 

Ε Ξ Ω Λ Ο Γ Ι Σ Τ Ι Κ Η   Τ Α Ι Ν Ι Α

Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δε με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρα μου να πιεί ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στο καθρέφτη των ματιών μου, και  πέταξε ύστερα από δέκα οχτώ  χρόνια το τελευταίο του τσιγάρο πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν  ταξιδέψει στα σύννεφα — για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα — γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.

 

Μ Ε   Α Λ Λ Α  Μ Α Τ Ι Α

Όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει ζωή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει την ζωή τους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις την ζωή.

 

Τ Ο   Γ Ρ Α Μ Μ Α

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα τον φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ’ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πώς τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από την στιγμή που έφυγες για το καινούριο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως την νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι,  πως το γράμμα θα έρθει σε μένα.

 

 

Α  ν  δ  ρ  έ  α  ς   Τ  σ  ι  ά  κ  ο  ς

Από τη συλλογή  Ασκήσεις Αναπνοής

 

 

 

 

 

Α ν δ ρ έ α ς   Τ σ ι ά κ ο ς

  « Τ ο   γ ρ ά μ μ α »

« Μ ε  μ ι α   ά λ λ η   μ α τ ι ά»

 ( « Μ ε   ά λ λ α   μ ά τ ι α »)