Just another WordPress.com site

ΦΡΑΓΚΟΥ ( ΒΑΣΙΛΙΚΗ)

Γιώργος Βέης : Μετάξι στον κήπο

 

 

Οκόσων όψις ακοή  μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω
                                                                                                 Ηράκλειτος
απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος

 

Σήμερα το πτερόεν φιλοξενεί τον γνωστό ποιητή και λογοτέχνη  Γ ι ώ ρ γ ο   Β έ η.  Δημοσιεύουμε ποιήματά του  από την τελευταία του  συλλογή:  Mετάξι στον κήπο, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 2010.

Ο  Γ. Β.  έχει εκδόσει δέκα ποιητικές συλλογές  (1970-2008). Ανάμεσά τους, η συλλογή  Λεπτομέρειες κόσμων  κέρδισε  το Βραβείο «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών το 2008.

Έχει επίσης εκδόσει οκτώ ταξιδιωτικά. Το βιβλίο Ασία , Ασία: Σινικές και άλλες μαρτυρίες, Κέδρος,1999 και 2000, κέρδισε το Κρατικό  Βραβείο 2000, και αρκετές μεταφράσεις.

Eίναι πρέσβυς της Ελλάδας στην Ινδονησία.

. . . . . . . .

Έχω την εντύπωση ότι ο Γ. Β.  και σ’ αυτή τη συλλογή, και μ’ έναν  ιδιαίτερα  εσωτερικό τρόπο, κινείται ανάμεσα στην εφιαλτική  πραγματικότητα και στην μαγεία του τοπίου – ζωής. Αυτό, σε πρώτο πλάνο, και με τον τρόπο που εκφράζεται, μοιάζει να είναι αντιφατικό και συχνά παράδοξο.

Στιγμές μάλιστα, το πήγαιν’-έλα ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, γίνεται αξεδιάλυτο, ωσάν να ήσαν και τα δυο, ένα σώμα. Η ταχύτητα δε της εναλλαγής νοημάτων αλλά κυρίως αποχρώσεων, καθώς και τα διαφορετικά επίπεδα προσέγγισης, καθιστούν αυτή την ποίηση κάθε άλλο παρά ευκολοδιάβατη.

Όμως, αυτά έχει το «αγγελικό και μαύρο, φως», του Σεφέρη, το ίδιο συμβαίνει και με τον «ήλιο κυκλοδίωκτο» του Ανδρέα Κάλβου και πάνω απ’ όλα αυτό μας διδάσκει με την «κυκλοθυμία» του Λόγου του ο Ηράκλειτος.

Μήπως τελικά δεν πρόκειται για αντιφάσεις και για αντίθετες  έννοιες, αλλά για αλληλοσυμπληρούμενες δυνάμεις; Το  ποίημα της συλλογής,  «Εκείνη η λίμνη» (σελ. 11) σηματοδοτεί έντονα αυτή την συλλογιστική.

Σε ό,τι αφορά τα λιγοστά ερωτικά ποιήματα, αν και το ερωτικό στοιχείο με την ευρύτερη αλλά και την εγγύτερη αίσθηση είναι σχεδόν διάχυτο, μοιάζουν λιγότερο πολύπλευρα και πολυπρισματικά, για ν’ αποκτήσουν μια λιτή απογύμνωση (δες «Ιπταμένων δικαίωμα»  σελ. 45, και «Οι βεβαιότητες των μετοίκων», σελ. 32).

Τέλος,  ευχόμαστε το μετάξι του  κήπου ν’ απλωθεί λίγο-λίγο παντού γύρω μας κι εντός μας,  έτσι ώστε να μην σκοτώνουμε την μαγεία του τοπίου-ζωής, να μην τα …απομαγεύουμε!

Β α σ ι λ ι κ ή   Φ ρ ά γ κ ο υ

 

 

Henri Rousseau : Sorpresa

(Λεπτομέρεια)

 

 

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

Ας κάνουμε το παν να ξεμπερδέψουμε
εγκαίρως όλες τις κλωστές
τις σκευωρίες του χαμένου χρόνου
να ξεπλύνουμε καλά καλά
το παρόν από τα σκουπίδια της σκέψης

έξω φυσάει δυνατά Οδύσσεια

κι έχουμε πιεί τόσο πολύ
κι έχουμε πει τόσα πολλά για τον άνεμο
που φέρνει έλεος και στοργή
παντού μέσα στα ερείπια αυτού του κόσμου
ίσως τώρα να μας πάρει μαζί του
χωρίς επιστροφή χωρίς αστέρια

μόνο όχι άλλο εδώ
μόνο όχι άλλο εδώ

 

ARS POETICA

Οι στάλες
στα πέταλα της πρώιμης άνοιξης
σχηματίζουν πάλι το μονόγραμμά μας.

Πάχνη παλίμψηστη.

Στο μπαλκονάκι
με θέα τον διαλογισμό
πέντε το απόγευμα,
σαν από πολύ παλιά άρωμα γιασεμιού ελαφρύ
διακριτικό
πανίσχυρο όμως
σε πάει όπου θέλει αυτό

αναχώρηση

επιστροφή

αναχώρηση

επιστροφή

 

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ     

(μεταξύ Ορχομενού και Αθήνας)

Αν, επιστρέφοντας  στο σπίτι από μίαν αποτυχημένη
εκδρομή, νιώσουμε κάποιον ανάμεσά μας
να αιωρείται συνέχεια από τις ανάσες μας
καθώς θα περπατάμε χέρι χέρι
θα τον φιλήσουμε κι αυτόν στο στόμα
ή μήπως θα τον σκοτώσουμε;

Μα είσαι ήδη στον ουρανό, δίπλα μου
δηλαδή στην απέναντι γωνία,
σε έχω δει πίσω από τις ανταύγειες
της προσωρινής μεταμόρφωσης σε νερό
σε βροχή που έρχεται από το χάος

(Άλλοτε εσύ την περίμενες, την έλεγες ευλογία)

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε
όλο και περισσότερα ποιήματα
για να καθαρίσουμε το τοπίο
από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο
πρέπει τώρα να εξορκίσουμε τους εφιάλτες
που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία
έτοιμοι να μας πιούν όλο το αίμα
κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του
θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη
πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία
διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή
χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας
κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας
για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.

 

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΕΑΡΙΝΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ

III

Θα δώσει αξία στ’ όνειρο και ζωή στο γράμμα;
Πάνω από τα πεύκα, πάνω απ’ τη ρεματιά τώρα
γέρνει το παρελθόν, όπως ακριβώς θα το θέλαμε∙
μήπως θ’ αλλάξει επιτέλους τα ονόματά μας;

Απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος, πληγές
κλείνουν, οι βελόνες, οι λεύκες, τα πικρά τα χόρτα
συμφωνούν μαζί μας, λέξεις από σελήνη χρυσές
ίπτανται, σιγή γεννάει η μεταφυσική μας

σύντροφοι το μέλι, η αλήθεια του αέρα,
επιστατεί εδώ  η μαντική άκου, πέταλα
πέτρες ανοίγουν στη μέση, όχι με φαντασία

αλλά με εξαίσιο χάδι, δωρεά τιμία
της άνοιξης δηλαδή τρομερή αλκή, η ίρις
σαν έρωτας που ρίζωσε στου μυαλού σου την κοίτη.

 

ΕΚΕΙΝΗ Η ΛΙΜΝΗ

Όπως το μηδενικό βάρος του ουσιώδους
η μουσική δηλαδή από το φλάουτο
του δόκιμου μοναχού
έτσι ακριβώς και το μήνυμα φτάνει από εκεί
που δεν το περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες
χωρίς φιλοφρονήσεις μιας ασήμαντης ρητορείας

όχι τόσο διφορούμενο ή δυσνόητο

αλλά ξαφνικά δικό μας
σαν το σκοτάδι
που δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε
ούτε καν να το δείξουμε
λες και είναι κλεμμένο διαμάντι
ατίμωση ή έκλαμψη

θα ενωθεί όπου νά’ ναι με τα χρώματα του φθινοπώρου.

 

IΠΤΑΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Την ψάχνει,
όλο κοντά της τριγυρίζει
και σπάει κάθε τόσο τα μούτρα  του
σαν τον Θησέα χωρίς την Αριάδνη του
δεν μπορεί να την ξεχωρίσει
όσο κι αν προσπαθεί
γιατί εκείνη ξέρει να κρύβεται καλά
στο φως του μεσημεριού
ίσως γι’ αυτό θα ονειρευτεί σε λίγο
ότι είναι κι αυτός πέρδικα
που θέλει να πετάξει,
να σωθεί μες στον αέρα.

 

Γ   ι   ώ   ρ   γ   ο   ς       Β   έ   η   ς

 

 

L u z   C a s a l 

Piensa en mi

 


Φερνάντο Πεσσόα : Επτά Ποιήματα

Ξεφυλλίζοντας  ένα  βιβλίο με ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα, διάλεξα  ενδεικτικά επτά ποιήματα του ετερώνυμου Α λ μ π έ ρ τ ο  Κ α έ ι ρ ο.  Όπως  αναφέραμε  και  στην  πρώτη  ανάρτηση  για  τον Πεσσόα, ο ίδιος υπέγραφε με πολλά ψευδώνυμα τα οποία στη συνέχεια αναφέρονταν ως ετερώνυμα.

Ο Αλμπέρτο Καέϊρο, σύμφωνα με το «βιογραφικό» που του έφτιαξε ο Πεσσόα, περιγράφεται ως εξής:  «Ο Α. Κ. γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά πέρασε τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα αλλά ούτε και μόρφωση. Ήταν μετρίου αναστήματος και ασθενικός (πέθανε από φυματίωση). Ήταν ξανθός και γαλανομάτης. Όταν ήταν μικρός έχασε τον πατέρα και τη μητέρα του και έζησε με περιορισμένα έσοδα, κλεισμένος στο σπίτι με μια πολύ ηλικιωμένη θεία του.»

Απ’ όλα τ’ άλλα ετερώνυμα, διάλεξα εκείνο του Α. Καέιρο, διότι είναι εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση, δίχως εξωραϊσμούς και περιγραφικές υπερβολές. Ο  Α. Κ.  και η φύση απλώς συνυπάρχουν.

Η συνύπαρξη αυτή, δεν έχει ίχνος ρομαντισμού. Είναι άμεσα υπαρξιακή: ανάμεσα σ’ εκείνον και την Ζωή – Φύση, δεν φαίνεται να μεσολαβεί τίποτε άλλο  εκτός από το ίδιο το βίωμα. Τουλάχιστον, αυτό είναι, νομίζω, το ζητούμενο του Πεσσόα, που επιχειρεί να το  πραγματώσει μέσω του ετερώνυμου Αλμπέρτο: «…σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,/ Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.»

Βασιλική Φράγκου

 

 

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α   Τ Ο Υ   Ε Τ Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ   Α Λ Μ Π Ε Ρ Τ Ο   Κ Α Ε Ϊ Ρ Ο

«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»

 

 

 

 

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του  

7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το  φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν  νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

  7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.

 

 

F e r n a n d o   P e s s o a  (1888-1935)

Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

[Fernando Pessoa,  Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa: Ποίηση για Πάντα,  2007.]

 

 

. . . . . . . .

Πηγή για σκίτσο [εδώ σε επεξεργασία]

http://duende-bite.blogspot.com/2011/01/fernando-pessoa-1888-1935.html

Πηγή  για εικόνα Φ. Π.

http://ithaque.gr/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/

 

 

 


Ρουμί –ο Στροβιλιζόμενος Ποιητής

 

 

 

Τ Ζ Ε Λ Α Λ Α Ν Τ Ι Ν      Ρ Ο Υ Μ Ι

جلالالدین محمد رومی

Πέρσης μυστικός ποιητής (1207-1273)


                                                                                                                                                                                                                                                                                                      Ο Μελβάνα Τζελαλαντίν Μωχαμέντ Μπαλκί, γεννήθηκε το 1207  στην  Περσία και συγκεκριμένα στο Χορασάν,  στα σύνορα  της Περσίας και  του σημερινού Αφγανιστάν. Ανήκε σε μια οικογένεια μορφωμένων θεολόγων  η οποία  για ν’ αποφύγει  τις επιδρομές των Μογγόλων, εγκατέλειψε την Περσία  και ύστερα  από περιπλάνηση ετών, κατέληξε  στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας στην χώρα των Ρουμ.  Από εκεί αργότερα  πήρε και το όνομα  Ρουμί.

Το 1231 πέθανε ο πατέρας του και ο Ρουμί τον διαδέχθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο ιεροδιδασκαλείο (μεντερσέ) του Ικονίου. Στα 24 χρόνια του, ήταν ήδη φημισμένος. Γλωσσομαθής  μελετάει  τα  εβραϊκά ,τα ελληνικά  και τα αραβικά  κείμενα, σχολιάζει τους Έλληνες φιλοσόφους και μυείται στις μυστικές διδασκαλίες των σούφι , μια εσωτεριστική  έκφραση του ισλαμισμού. Ταυτόχρονα πρόκειται για έναν σπουδαίο μαθηματικό και αστρονόμο. Σύντομα γίνεται ο πνευματικός οδηγών χιλιάδων ανθρώπων που τον αποκαλούν Μελβάνα (δάσκαλο).

Ωστόσο ο Ρουμί δεν είναι ικανοποιημένος από την ζωή του. Σαν αληθινός σούφι που θέλει να είναι , του λείπει το αληθινό βίωμα της ένωσης με   τον Αγαπημένο, δηλαδή με τον Θεό.  Μέχρι τώρα το δίδασκε, αλλά ο ίδιος δεν το είχε γευτεί. Η αγάπη για  ένα αληθινό σούφι , δεν μένει στα λόγια –αντίθετα είναι εμπειρία θανάτου, θανάτου δηλαδή του εγώ. Το λιώσιμο της καρδιάς  μέσα στην  Αγάπη, σημαίνει  το τέλος της προσκόλλησης στην κοινωνία, στη  φήμη, στις επιφανειακές σχέσεις.

Παραθέτουμε ένα ποίημα  που έγραψε ο Ρουμί  μετά την γνωριμία του με τον Σαμς (βλ. πιο κάτω)  και που υμνεί  φλογερά αυτόν τον θάνατο του εγώ που αναφέραμε.

Θ ά ν α τ ο ς   μ ε ς   σ τ η ν   Α γ ά π η

Να πεθάνεις! Να πεθάνεις!
Να πεθάνεις μες στην αγάπη!
Αν πεθάνεις μες στην αγάπη
η  ψυχή σου θα αναγεννηθεί.

Πέθανε!  Πέθανε!
Μη φοβάσαι το θάνατο
αυτών που γνωρίζεις.
Αν πεθάνεις στο πρόσκαιρο
θα ζήσεις στο άχρονο.

Πέθανε!  Πέθανε!
Σπάσε τις αλυσίδες
που σε κρατούν δέσμιο
στον κόσμο της εξάρτησης.

Πέθανε! Πέθανε!
Αποχαιρέτα τον θνητό σου εαυτό
για να γίνεις αιώνιος.

Πέθανε!  Πέθανε!
Βγες απ’ αυτό το σύννεφο.
Αν ξεγλιστρήσεις από το σύννεφο
θα γίνεις η λαμπρή σελήνη.

Πέθανε! Πέθανε!
Άφησε πίσω σου τη βοή και την αντάρα
των εγκόσμιων υποθέσεων.
Μες στη σιγή της αγάπης
θα ανακαλύψεις τη σπίθα της ζωής.

Απόδοση   Τ ό ν ι α   Κ ο β α λ έ ν κ ο

[Από τα  Ερωτικά ποιήματα του Ρουμί, επιμέλεια Deepark Chopra, εκδόσεις  Π. Ασημάκης, 2000.]

Σ’ αυτήν λοιπόν  τη στιγμή της αγωνίας του, εμφανίζεται ο άνθρωπος που θα του υλοποιήσει αυτή την δίψα  για Ένωση. Πρόκειται για τον Σαμς, έναν  δερβίση από την Ταυρίδα. Ο Ρουμί παρατάει την θέση του στο διδασκαλείο, τους μαθητές του, την οικογένειά του και τον ακολουθεί.   Ο Ρουμί πλέον, δεν είναι εκείνος που ήταν. Αρχίζει ο εσωτερικός στρόβιλος που αργότερα θα εκφραστεί και εξωτερικά. Γίνεται η σκιά του Σαμς και δεν ζει ,παρά μόνο γι’ αυτόν μεθώντας με κρασί  και με τρελό έρωτα για τον Αγαπημένο.

Ανήσυχοι οι μαθητές του για την «κατάντια» του δασκάλου τους και έχοντας ζήλεια και φθόνο για τον Σαμς που τους τον έκλεψε, φροντίζουν να εξαφανίσουν τον τελευταίο από το Ικόνιο. Ο Ρουμί τον ψάχνει απελπισμένος παντού και αφού δεν τον βρίσκει, πέφτει  σε βαθιά μελαγχολία. Οι μαθητές του και οι γιοί του φροντίζουν να του τον ξαναφέρουν πίσω, αλλά σύντομα, το 1247, τον εξαφανίζουν, αυτή την φορά οριστικά.

Αυτό ήταν! Ο Ρουμί από θεολόγος μεταμορφώνεται σε στροβιλιζόμενο ποιητή. Καλεί  μουσικούς στο σπίτι του και με αυτοσχεδιασμούς αλλά και  δικές του συνθέσεις, κάτω από τους ήχους του καλαμένιου αυλού  (νέϊ)  και άλλων μουσικών οργάνων της Ανατολής, ο Ρουμί γράφει ακατάπαυστα χιλιάδες τετράστιχα (ρουμπαγιάτ) αφιερωμένα στον Αγαπημένο και τα τραγουδάει με  τους άλλους,  χορεύοντας ασταμάτητα στροβιλιζόμενος. Απ’ αυτόν  αργότερα γεννήθηκε το τάγμα των στροβιλιζόμενων Δερβίσηδων.

Το Ντιβάν-Σαμς-ι-Ταμπριζ (συλλογή ποιημάτων για τον Σαμς από την Ταυρίδα),  είναι ένα κολοσσιαίο έργο που αποτελείται από χιλιάδες στίχους. Πολύ μικρό μέρος απ’ αυτούς έχει μεταφραστεί. Φυσικά, τα ρουμπαγιάτ αυτά γραφόντουσαν όπως είπαμε σε κατάσταση μέθης και έκστασης.  Λέγεται ότι ο Ρουμί  στροβιλιζότανε μερόνυχτα ολόκληρα όπως οι πλανήτες γύρω από τον εαυτό τους, γύρω από τον ήλιο. Λίγο λίγο ο Ρουμί συνήλθε διότι όπως έλεγε ο ίδιος, ενώθηκε πλέον με τον Αγαπημένο.

Ο Τζελαλαντίν  Ρουμί πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 1273,  μια παγωμένη αυγή, την « αυγή του θανάτου» , όπως ο ίδιος πρόλαβε να την ονομάσει.

Παραθέτουμε ποιήματα του Ρουμί από τη συλλογή  Ντιβάν-Σαμς-ι-Ταμπριζ  και από άλλες συλλογές .

– Β.  Φ.


Σημείωση του Σ. Η. :  Ο Ρουμί θεωρούσε ότι το πνεύμα ακολουθεί μια εξελικτική διαδικασία, μέσω της οποίας πλησιάζει όλο και περισσότερο τον Θεό· αλλά και κάθε μορφή ύλης στο Σύμπαν υπακούει στον ίδιο νόμο,  εξαιτίας μιας ενόρμησης, της «αγάπης»,  και καθώς εξελίσσεται, αποζητά την επιστροφή στη  θεϊκή πηγή, τη  συμπαντική ψυχή  από την  οποία προέρχεται. 

. . . . . . . .



 Παραδοσιακή Περσική Τέχνη

 

 

. . . . . . . .

Είμαι τόσο μεθυσμένος
που δεν ξέρω ούτε από πού μπαίνω
ούτε από πού να βγω.
Έχασα τη γη, το φεγγάρι και τον ουρανό.
Μη μου βάζης άλλο κρασί στο κύπελλο,
ρίξε το κατευθείαν στο στόμα μου,
γιατί δεν ξέρω πια  ούτε πού είναι το στόμα μου.

. . . . . . . .

Δίχως αγάπη
όλη η λατρεία είναι ένα ασήκωτο βάρος,
ο χορός  αγγαρεία,
η μουσική σκέτος θόρυβος.
Ναι, όλη  η  βροχή τ’ ουρανού πέφτει στη θάλασσα
μα δίχως αγάπη
ούτε μια σταγόνα δεν γίνεται μαργαριτάρι.

. . . . . . . .

Μη μένεις κοντά σε θλιμμένο άνθρωπο.
Στάσου κοντά σ’ αυτούς που έχουν χάρη και μεγάλη καρδιά.
Όταν μπαίνης  σ ’έναν όμορφο  κήπο
μην χάνης τον καιρό σου με τ’ αγριόχορτα.
Μείνε κοντά στο γιασεμί και στον νάρκισσο.

. . . . . . . .

Μη σκέφτεσαι.
Μη χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Οι σκέψεις σου είναι ένα πέπλο στο πρόσωπο του φεγγαριού.
Το φεγγάρι αυτό είναι η καρδιά σου
κι οι σκέψεις την σκεπάζουν.
Διώξτες λοιπόν
άφησέ τες να πνιγούν στα νερά.

. . . . . . . .

Ήμουν τυφλός
όταν έκανα ό,τι μου έλεγαν οι άλλοι.
Ήμουν χαμένος
κάθε φορά που πήγαινα  όταν με φώναζαν.
Κάποτε τους εγκατέλειψα όλους
και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τότε  μόνο τους ξαναβρήκα
και τον εαυτό μου μαζί.

. . . . . . . .

Ω Ερωτα,
λένε πως είσαι ανθρώπινος,
λένε πως είσαι θεϊκός.
Φαίνεται να ‘σαι πιο ξακουσμένος
κι απ’ τη σφραγίδα του Σολομώντα.
Είσαι η ψυχή του κάθε πλάσματος
που σέρνεται στη γη.
Αλλ’  η δική μου η ψυχή σε γνωρίζει
με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο τα πουλιά.

Απόδοση   Κ λ α δ ι ώ   Κ ο λ ύ μ β α

[Από το βιβλίο:  Ο Αγαπημένος, εκδόσεις Αρμός, 1997.]

 

 

. . . . . . . .

 

 

[ Τ ο   Σ ο ύ ρ ο υ π ο,   Έ ν α   Φ ε γ γ ά ρ ι ]

Το σούρουπο, ένα φεγγάρι φάνηκε στον ουρανό
κι ύστερα κατέβηκε  στη γη, να με κοιτάξει.
σαν το γεράκι που κλέβει ένα πουλί στου κυνηγιού την ώρα,
το φεγγάρι εκείνο μ’ έκλεψε και χάθηκε στον ουρανό.
Κοίταξα τον εαυτό μου, μα δεν μπορούσα  να τον δω,
γατί σ’ εκείνο το φεγγάρι, το σώμα έγινε διάφανο σαν μια ψυχή.
Οι εννέα σφαίρες χάθηκαν σ’ εκείνο το φεγγάρι
και βούλιαξε στη θάλασσα της ύπαρξής μου το καράβι.

Απόδοση από τα αγγλικά   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

[Reading Mystical Lyric: The Case of Jalal al-Din Rumi, Translated by Fatemeh Keshavarz, University of South Carolina Press, 1998.]


[ Μ έ σ ’ α π’   τ η ν   Α γ ά π η ] 

Μέσ’ από την Αγάπη  γλυκαίνει καθετί πικρό
Μέσ’ από την Αγάπη το  μπακίρι  γίνεται χρυσό
Μέσ’ από την Αγάπη το θολό κρασί θα γίνει εκλεκτό
Μέσ’ από την Αγάπη ο κάθε πόνος θα γίνει γιατρικό
Μέσ’ από την Αγάπη οι νεκροί θ’ αναστηθούν
Μέσ’ από την Αγάπη οι βασιλιάδες δούλοι θα γενούν!

Απόδοση από τα αγγλικά   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

[Look! This Is Love: Poems of Rumi, Translated by Annemarie Schimmel,. Boston, Mass.: Shambhala Publications, 1991.]

 

 

 

Περσική Καλλιγραφία

 

 

Σ  Υ  Ν  Δ  Ε  Σ  Μ  Ο  Ι

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΜΙ

http://www.rumi.org.uk/poetry/

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΠΕΡΣΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

http://www.google.gr/search?q=traditional+persian+art&oe=utf-8&rls=org.mozilla:el:official&client=firefox-a&um=1&ie=UTF-8&tbm=isch&source=og&sa=N&hl=el&tab=wi&biw=1280&bih=882#q=traditional+persian+art&um=1&hl=el&client=firefox-a&rls=org.mozilla:el:official&tbs=isz:m&tbm=isch&source=lnt&sa=X&ei=LCxkTq62A-Pc4QS9tcXICg&ved=0CA4QpwUoAg&fp=1&biw=1280&bih=882&bav=on.2,or.r_gc.r_pw.&cad=b

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

http://en.wikipedia.org/wiki/Rumi

 

 

بار دیگر از ملک پران شوم — آنچه اندر وهم ناید آن شوم

پس عدم گردم عدم چو ارغنون — گویدم کانا الیه راجعون

 

Ρ ο υ μ ί  :  Ψ ά χ ν ο ν τ α ς   τ ο   Π ρ ό σ ω π ό   Σ ο υ

Π α ρ α δ ο σ ι α κ ή  Π ε ρ σ ι κ ή   Μ ο υ σ ι κ ή


Το χαϊκού: Μπασό και Ίσσα

 

 

 

Μ Ι Κ Ρ Ε Σ  Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ  Γ Ι Α  Τ Ο  Χ Α Ϊ Κ Ο Υ

 

Τα  χαϊκάι  (η λέξη χαϊκού καθιερώθηκε πολύ αργότερα, τον 20ο αιώνα) άρχισαν ν’ αναπτύσσονται  στο τέλος του 12ου αιώνα. Προήλθαν από την ομαδική ποίηση γνωστή σαν ρυάκα (ποίηση με ερωτήσεις-απαντήσεις). Λίγο λίγο και πάντα προφορικά, θέλοντας να ενώσουν τις στροφές νοηματικά και σαν ένα είδους ομαδικού παιχνιδιού, δημιουργήθηκε μια σειρά στίχων που οδήγησε στα λεγόμενα χαϊκάι-ρένγκα.

Τα χαϊκάι  αποτελούντο από δύο λέξεις και σήμαιναν «διασκεδαστικό» και «αστείο». Ήσαν δε γραμμένα στην καθημερινή γλώσσα, σαν αντίδραση στην επίσημη ανακτορική γλώσσα .

Τον 13ο αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα χόκκου σαν ξεχωριστή μορφή, έχοντας έναν περιπαιχτικό κυρίως χαρακτήρα. Μέχρι τον 15ο αιώνα, αυτονομήθηκαν σαν ποίηση  δίνοντας έμφαση στο παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Το «κλασσικό» χαϊκού, εδραιώθηκε τον 16ο αιώνα.  Σ΄ αυτή την εποχή θα σταθούμε κι εμείς και ειδικά στους Ματσούο Μπασό και Κομπαγιάσι Ίσσα. Ήδη το Ζεν, έχει δώσει το «στίγμα» του στην ποίηση αυτή:  η λιτή και συμπυκνωμένη μορφή του χαϊκού (5-7-5) ενώνεται  με το πνεύμα του Ζεν,  που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη της στιγμής σε αιωνιότητα. Πρόκειται για βίωμα και γι’ αυτό, επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει»  αυτή την γεύση του αιώνιου. Δεν πρόκειται για «ινσταντανέ» ιστορίες, μήτε για απλές περιγραφές. Γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να  περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου.

Δεν πρόκειται βέβαια  και για ψυχολογική ποίηση. Ωστόσο, μέσα από την αναφορά στην Φύση (σχεδόν πάντα) αναδύεται και ο ποιητής με την ανάλογη διάθεση: λύπη, χαρά, κλάμα γέλιο, απόλαυση, γαλήνη, μοναξιά. Δεν  είναι αφηρημένα ποιήματα. Υπάρχουν λέξεις-εργαλεία, συγκεκριμένες και  συχνά ανάλογες  με την εποχή του χρόνου (Κίγκο) που προκαλούν και τα αντίστοιχα συναισθήματα.

Έτσι, έχουμε ενδεικτικά τις ανθισμένες κερασιές, τις πεταλούδες ,τις ιτιές και το κελάηδημα των αηδονιών,  τους βατράχους, τις λίμνες ,τις λιβελλούλες, τα κρίνα , τον τζίτζικα, το απογευματινό αεράκι, τα σύννεφα, την πανσέληνο, τα κόκκινα φύλλα, τον σαλίγκαρο, τα στάχια, τα σκιάχτρα,  το χιόνι, τις παγωμένες καλύβες, τις δαμασκηνιές, τις πάπιες.

Ένα άλλο  ζήτημα, είναι η κλασσική αρχιτεκτονική του χαϊκού (5-7-5) και το αν χρειάζεται ή όχι να διατηρείται κυρίως στην μεταφορά τους σε άλλες γλώσσες από την ιαπωνική. Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί και έχει αμφισβητηθεί ευρέως. Πολλοί είναι εκείνοι και στην Ιαπωνία, που δεν μένουν προσκολλημένοι στη μορφή. Πρώτος ο Μασαόκα Σίκι (1867-1902)  που θεωρείται ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού, ακολούθησε μια αυτόνομη μορφή ποίησης. Ο ίδιος μάλιστα  καθιέρωσε τον όρο χαϊκού από χακάϊ ή χόκκου.

Ιδού τρία χαϊκού τού Σίκι  σε μετάφραση του Σωκράτη Σκαρτσή:

Φαντάσου,
ο μοναχός έφυγε
πριν λάμψει το φεγγάρι. 

–Πέτρα
στην καλοκαιρινή πεδιάδα
–έδρα του κόσμου.

–Καλοκαιρινός ουρανός
καθαρός απ’ τη βροχή
–μερμήγκια στη γραμμή.

Όπως είπαμε πιο πάνω, σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε  στίχους  δύο αντιπροσωπευτικών ποιητών της κλασσικής εποχής του χαϊκού, του  Μπασό και  του Ίσσα. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, έβαλαν  για τα καλά το  Ζεν στην ποίησή τους, ανάγοντας το παρόν σε μοναδικό, αιώνιο χρόνο, με απλότητα, αφαιρετικότητα  και χιούμορ ενίοτε.

Β α σ ι λ ι κ ή  Φ ρ ά γ κ ο υ

 

 

 

 

 Ζωγραφική: Hiroshige

 


Μ Α Τ Σ Ο Υ Ο  Μ Π Α Σ Ο  (1644-1694)

 

Χειμωνιάτικη μέρα,
πάνω στ’ άλογό μου
παγωμένος ίσκιος.

Φθινοπωρινό φεγγάρι,
η παλίρροια αφρίζει
πάνω στο πορτόνι.

Φθινόπωρο
–και τα πουλιά και τα σύννεφα ακόμη
μοιάζουν γέρικα.

Έλα δες,
αληθινά λουλούδια
αυτού του οδυνηρού κόσμου.

 (Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

 

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο.

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

Όταν αστράφτει
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

 

γέρικη λίμνη
πηδάει ένα βατράχι
σκίρτημα νερού

μια πεταλούδα
γλιστρά στα φύλλα της
ιτιάς· Απρίλης…

φθινοπωριάζει:
θάλασσα κι ορυζώνες
ένα πράσινο

να μεθύσω· να
πέσω να κοιμηθώ σε
ρόδινες πέτρες

δροσοσταλίδα,
άσε με να ξεπλύνω
τη μαυρίλα μου

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα

πώς να διαβάσω;
τέλειωσε το λαδάκι
·
πάω για ύπνο 

(Μετάφραση:  Ρούμπη  Θεοφανοπούλου)

 

 

 

Ζωγραφική: Hiroshige 

 

Κ Ο Μ Π Α Γ Ι Α Σ Ι   Ι Σ Σ Α  (1763-1827)

 

 

Το πρώτο τζιτζίκι:
η ζωή είναι
σκληρή, σκληρή, σκληρή.

Χαμένος στα μπαμπού
–μα το φεγγαρόφωτο,
στο σπίτι μου.

Στην καλύβα μου
κηλίδες
πρωϊνών λάμψεων.

Όταν φύγω
φύλα τον τάφο μου
ακρίδα.

Η νιρβάνα του Βούδδα,
πέρ’  απ’ τα λουλούδια
και τα λεφτά.                    

Φθινοπωρινός άνεμος
–ο ήσκιος του βουνού
ταλαντεύεται.     

(Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

Έτσι θ’ ανθίζουν
κι οι κερασιές στην άλλη
όχθη της ζωής.

Σαλιγκάρι μου:
αργά αργά ν’ ανέβεις
το όρος του Φούτζι.

Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, να την:
η πεταλούδα.

Στέκει τρέμοντας
η καλύβα της πόρνης
στην καταιγίδα.

Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο.

Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

Ίσια στο χιόνι της πόρτας
κατουρώντας,
ανοίγω τρύπα.

Ο κόσμος της πάχνης
κόσμος της πάχνης είναι
κι ωστόσο , κι ωστόσο. 

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

 

μυγούλες μου! κι                           
εσείς θα υποφέρετε

από μοναξιά

αχ τρελακρίδα,
πρόσεξε μη σπάσεις                         
τις δροσοσταλίδες!

φρέσκια δροσούλα
κόσμος εφήμερος
που εξατμίζεται

τί θέα! από                                    
την τρύπα της κουρτίνας
ο γαλαξίας

καλοκαιρινή
βροχή
· γυμνός πάνω σε
άλογο γυμνό  

(Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου)

 

 

 

 

 

. . . . . . . . . . . .

Π  Η  Γ  Ε  Σ  :

 

132 γιαπωνέζικα χάϊκου, μετάφραση και σχόλια Ρούμπη Θεοφανοπούλου, Εκδόσεις Πρόσπερος 1986

Ζεν- Μια γιαπωνέζικη μορφή της γνώσης, μετάφραση Σωκράτης Σκαρτσής,  Εκδόσεις Καστανιώτη 1988

Ο κόσμος της πάχνηςσαραντατρία χαϊκού του Ματσούο Μπασό και του Κομπαγιάσι  Ίσσα, απόδοση Διονύσης Καψάλης, Εκδόσεις Άγρα 2008


Η ποίηση του Ζεν και το μονοπάτι του παράδοξου

 

 

 

…στο τραγούδι των πουλιών, στα δέντρα, στο χορό του παγωνιού, στα σύννεφα


Επειδή και το Ζεν έχει παρεξηγηθεί τα τελευταία χρόνια και έχει περιοριστεί, σύμφωνα με τους στυλίστες του life style  στην αντίληψη άδειων   χώρων   με ελάχιστα έπιπλα (πανάκριβα) κατά προτίμηση λευκά κι απέριττα, σε αφαιρετικότητες δηλαδή άνευ ουσίας, και επειδή θέλοντας να  πω κάτι για το χάι κου,  «σκόνταψα» υποχρεωτικά πάνω στο Ζεν, αποφάσισα  να γράψω δυο λόγια γι’ αυτό το κίνημα ζωής και κυρίως, να μεταφέρω αποσπάσματα από το βιβλίο του  ινδού δάσκαλου Όσσο: Ζεν, το μονοπάτι του παράδοξου (μετάφραση Λίνα Σαϊσανά, εκδ. Ρέμπελ, 2002).  Βρίσκω, ότι αγκαλιάζει ουσιαστικά και άμεσα το όλο ζήτημα, μακριά από δήθεν και περιγραφική, ενημερωτική διάθεση. Να σημειώσω βέβαια, ότι το εν λόγω βιβλίο είναι καταγραφή ομιλιών του Όσσο για το θέμα, μιας που ο ίδιος δεν έγραφε.

Λίγα λόγια λοιπόν προτού παραθέσω τ’ αποσπάσματα του βιβλίου.

Η λέξη Ζεν είναι γιαπωνέζικη, Zenno και Zenna και προέρχεται από την κινέζικη λέξη ch’an (διαλογισμός),  που με τη σειρά της έχει τις ρίζες της στην σανσκριτική λέξη dhyama (διαλογισμός).

Ιστορικά, το Ζεν είναι η συνάντηση των διδασκαλιών του Βούδα (Ινδία) και του Λάο Τσε (Κίνα). Άνθισε στην Ιαπωνία, από το τέλος του δωδέκατου αιώνα και ύστερα.

Ολόκληρη η διδασκαλία του Ζεν στηρίζεται στο παρόν που δεν είναι χρόνος, αλλά «η διείσδυση της αιωνιότητας στον χρόνο» (Όσσο).

Δεν είναι θρησκευτικό δόγμα, δεν βασίζεται σε θεωρίες, δεν  είναι διανοητικό, είναι η τέχνη του να ζεις στο παρόν.

 

Β α σ ι λ ι κ ή   Φ ρ ά γ κ ο υ

 

……………..

 

[…] Το Ζεν λέει ότι ο Θεός δεν βρίσκεται έξω από τη θρησκεία, αλλά μέσα της. Δεν βρίσκεται εκεί, βρίσκεται εδώ. Γιά την ακρίβεια, δεν υπάρχει «εκεί» στο Ζεν. Τα πάντα βρίσκονται εδώ. Ο Θεός δεν βρίσκεται στο τότε, αλλά στο τώρα. και δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Δεν υπάρχει άλλος χώρος, δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Αυτή η στιγμή είναι τα πάντα. Μέσα σ’ αυτή τη στιγμή συγκλίνει όλη η ύπαρξη. Μέσα σ’ αυτή τη στιγμή είναι διαθέσιμα τα πάντα.[…]
Το Ζεν φέρει ιερότητα στην καθημερινή ζωή.

Ο Μποκόζου, ο μεγάλος δάσκαλος του Ζεν, συνήθιζε να λέει: «Πόσο θαυμάσιο είναι αυτό! Πόσο μυστηριακό!» Μεταφέρω ξύλα, τραβάω νερό». Αυτό είναι το πνεύμα του Ζεν. Μεταμορφώνει το συνηθισμένο σε ασυνήθιστο. Μεταμορφώνει το βέβηλο σε ιερό. Εγκαταλείπει κάθε διαχωρισμό ανάμεσα στον κόσμο και το θεϊκό […] Για το Ζεν, η θρησκεία είναι βίωμα. Στην Ιαπωνία έχουν μια ειδική λέξη γι’ αυτό. Το ονομάζουν  σονομάμα, το είναι της ζωής. Αυτό το είναι της ζωής, είναι ο Θεός. Δεν είναι ότι ο Θεός υπάρχει, αλλά ότι το ίδιο το είναι, είναι θεϊκό. Το είναι του δέντρου, το είναι του βράχου το είναι του άντρα, το είναι της γυναίκας, το είναι του παιδιού. Κι αυτό, είναι ένα απροσδιόριστο φαινόμενο. Μπορείς να διαλυθείς μέσα του, μπορείς να ενωθείς μαζί του, μπορείς να το γευτείς. Δεν μπορείς όμως να το προσδιορισεις, δεν μπορείς να το επισημάνεις λογικά, δεν μπορείς να το διατυπώσεις με σαφείς έννοιες […]  Η λογική είναι ένας φαύλος κύκλος και το Ζεν κάνει κάθε προσπάθεια για να σε βγάλει απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Με ποιο τρόπο είναι η λογική ένας φαύλος κύκλος; Η βάση του συλλογισμού ήδη από την αρχή εμπεριέχει μέσα της το ίδιο συμπέρασμα. Έτσι, το συμπέρασμα δεν πρόκειται να είναι κάτι καινούργιο, αφού ήδη εμπεριέχεται στον αρχικό συλλογισμό. Και ύστερα, ο αρχικός συλλογισμός εμπεριέχεται στο συμπέρασμα.

Είναι όπως ο σπόρος. Το δέντρο εμπεριέχεται στον σπόρο κι ύστερα το δέντρο θα γεννήσει πολύ περισσότερους σπόρους και μέσα σ’ εκείνους τους σπόρους θα εμπεριέχονται τα δέντρα. Είναι ένας κύκλος: σπόρος, δέντρο, σπόρος. Και συνεχίζεται. Ή: αυγό, κότα, αυγό, κότα, αυγό… Και συνεχίζεται ώς το άπειρο. Είναι ένας κύκλος.

Το σπάσιμο αυτού του κύκλου είναι όλο το θέμα με το οποίο ασχολείται το Ζεν αποκλειστικά. Το να μην εγκαθίστασαι μέσα στο νου σου, μέσα σε λέξεις και έννοιες, αλλά να πέσεις μέσα στην ίδια την ύπαρξη.

[…]Το Ζεν δεν είναι φιλοσοφία, αλλά ποίηση. Δεν έχει σκοπό, δεν έχει επιχειρήματα ,απλώς τραγουδάει το δικό του τραγούδι.

Ο ίδιος του ο πυρήνας  είναι αισθητικός, δεν είναι ασκητικός. Δεν πιστεύει στην αλαζονεία, στην επιθετικότητα προς την πραγματικότητα. Πιστεύει στην Αγάπη. Πιστεύει ότι αν συμμετέχουμε στην πραγματικότητα, τότε η ίδια  η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει τα μυστήριά της. Το Ζεν δημιουργεί διάθεση συμμετοχής. Είναι ποίηση, καθαρή ποίηση όπως είναι και η καθαρή θρησκεία […] Η φιλοσοφία είναι προσανατολισμένη στο κεφάλι. Η ποίηση είναι περισσότερο συνολική. Η ποίηση ασχολείται περισσότερο με την ομορφιά. Και η ομορφιά είναι μη βίαιη. Και ομορφιά είναι αγάπη. Και η ομορφιά είναι συμπόνια.

Ο  ερευνητής του Ζεν κοιτάζει μέσα στην πραγματικότητα, για να ανακαλύψει την ομορφιά …στο τραγούδι των πουλιών, στα δέντρα, στο χορό του παγωνιού, στα σύννεφα, στην αστραπή, στη θάλασσα. στην άμμο. Προσπαθεί να βρει την ομορφιά.

Φυσικά, το να ψάχνεις για την ομορφιά, έχει μια εντελώς διαφορετική επίδραση. Όταν ψάχνεις για την ομορφιά είσαι περισσότερο θηλυκός. Όταν ψάχνεις για την αλήθεια, ενδιαφέρεσαι περισσότερο για τη λογική, όταν ψάχνεις για την ομορφιά, ενδιαφέρεσαι περισσότερο για τη διαίσθηση. Το Ζεν είναι θηλυκό. Η ποίηση είναι θηλυκή. Η φιλοσοφία είναι πολύ αντρική, πολύ επιθετική –είναι αντρικός νους.

Το Ζεν είναι παθητικό, αδρανές, υπομονετικό. Γι’ αυτό, στο Ζεν, το κάθισμα είναι ένας από τους σημαντικότερους διαλογισμούς. Απλώς κάθεσαι-ζαζέν. Οι άνθρωποι του Ζεν λένε ότι αν απλώς κάθεσαι, χωρίς να κάνεις τίποτα, τα πράματα θα συμβούν. Τα πράματα συμβαίνουν από μόνα τους. Δεν χρειάζεται να κυνηγάς εσύ, να τρέχεις από πίσω τους, να τα ψάχνεις. Θα έρθουν. Εσύ απλώς κάθισε. Αν μπορείς να καθίσεις σιωπηλά, αν μπορείς να πέσεις σ’ αυτή την τρομερή ηρεμία, αν μπορείς να χαλαρώσεις τον εαυτό σου, αν μπορείς να παρατήσεις όλες τις εντάσεις και να γίνεις μια σιωπηλή λίμνη, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά, χωρίς να ψάχνεις τίποτα, η άνοιξη έρχεται και το χορτάρι μεγαλώνει από μόνο του.

[…] Η λέξη αιώνιο στα λεξικά, σημαίνει για πάντα. Δεν είναι όμως αυτή η σημασία του αιώνιου –γιατί τότε το μόνιμο γίνεται αιώνιο– μα δεν είναι έτσι.
Η αιωνιότητα δεν είναι διάρκεια. Είναι το βάθος της στιγμής. Η αιωνιότητα είναι μέρος του στιγμιαίου. Η αιωνιότητα είναι εναντίον της μονιμότητας. Αν πας βαθιά μέσα στη στιγμή, αν διαλυθείς εντελώς μέσα της, έχεις μια γεύση αιωνιότητας. Όταν ζεις κάθε στιγμή ολοκληρωτικά και χαλαρά, ζεις την αιωνιότητα.

Ο Μπασό τραγουδάει:

Όταν αστράφτει η αστραπή, πόσο θαυμαστός εκείνος που δε σκέφτεται πως  η ζωή δεν τρέχει γρήγορα.

Τρομερή δήλωση! Αυτή είναι η ομορφιά των ανθρώπων του Ζεν. Δεν θα τη βρεις πουθενά αλλού. Αυτό είναι κάτι μοναδικό στο Ζεν […]


Η Μεγάλη Ανησυχία του Φερνάντο Πεσσόα

Μ π ε ρ ν ά ν τ ο   Σ ο ά ρ ε ς

Φ Ε Ρ Ν Α Ν Τ Ο  Π Ε Σ Σ Ο Α

Το βιβλίο της ανησυχίας, μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας 2004

«Ένα ηλιοβασίλεμα είναι ένα πνευματικό φαινόμενο»

 

Ο Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), Πορτογάλος ποιητής, εκτός από το πραγματικό του όνομα, υπέγραφε και με δεκάδες άλλα «ετερώνυμα», όπως ονόμασαν τα ψευδώνυμά του μετέπειτα οι φιλόλογοι. Τα γνωστότερα είναι: Αλβάρο ντε Κάμπος, Μπερνάντο Σοάρες, Ρικάρντο Ρέις, Αλμπέρτο Καέιρο. Πέρασε την ζωή του μεταφράζοντας στα αγγλικά και στα γαλλικά επαγγελματικές επιστολές για λογαριασμό ενός γραφείου εισαγωγών-εξαγωγών όπου δούλευε  και ως λογιστής.   

Λιγοστά έργα του είδαν το φως της δημοσιότητας όσο ζούσε. Ύστερα από πολλές δεκαετίες, περίπου στην δεκαετία του ’80, άρχισε ν’ ανακαλύπτεται μέρος του ανεξάντλητου έργου που άφησε και να γίνεται ευρέως γνωστός.

Πέθανε στη Λισαβόνα το 1935 από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 47 χρονών.

Αυτά τα ελάχιστα βιογραφικά. Τα περισσότερα θα τα βρείτε στο διαδίκτυο (Βλ. Συνδέσμους, πιο κάτω) αλλά και σε βιβλία-μελέτες που γράφτηκαν για τον Φ. Πεσσόα ανά τον κόσμο.

Ξεφυλλίζοντας τους δύο τόμους του «βιβλίου της ανησυχίας», αισθάνθηκα την ανάγκη να αποσπάσω (και αν μπορούσα θα ζητούσα συγγνώμη γι’ αυτήν την αυθαιρεσία από τον ίδιο τον ποιητή), λιγοστές φράσεις που μοιάζουν με ρήσεις σοφού, καθώς και ολόκληρα κομμάτια υψίστου κάλλους και συνάμα υπαρξιακής τρικυμίας (ανησυχίας). Σκέψεις, ιδέες, αισθήσεις, συναισθήματα, καταστάσεις ψυχής εν γένει που κάτω από  άλλες συνθήκες και σε μια διαφορετική  κοινωνία  με μόνο της μέλημα την αρμονική σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και την Φύση, θα ήσαν τα κύρια συστατικά για το ξετύλιγμα   μιας ποιητικής, ευδαιμονικής ζωής.

Δυστυχώς όμως, στον κόσμο που ζούμε και ιδιαίτερα στη Δύση, όλ’ αυτά θεωρούνται στοιχεία απωθητικά έως και βδελυρά. Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Μιλάω για την όσο το δυνατό  μεγαλύτερη αποφυγή δράσης (δραστηριοτήτων), την άρνηση ανταγωνισμού, την μη  προσκόλληση σε στόχους, την ονειροπόληση, την ανάγκη να ζει κανείς στο παρόν και μόνο, την εσωτερική  παρόρμηση για   εγκατάλειψη του  ασφυκτικού εγωκεντρισμού  και τη διάλυσή του μέσα  στην Ομορφιά και δη στην Ομορφιά της Φύσης (για να θυμηθούμε και τον Κ.  Π.  Καβάφη στο ποίημά του «Θάλασσα του Πρωιού», «Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο»). Ένας αληθινός ποιητής όπως ο Πεσσόα , τείνει, όλα τα προαναφερθέντα, να τα κάνει  βίωμα και τρόπο ζωής. Ωστόσο, σε μια κοινωνία ψυχρή και αδιάφορη που βιάζεται κάπου να φθάσει (;) προβάλλοντας το πρότυπο του δραστήριου, ανταγωνιστικού και πετυχημένου ανθρώπου,  νιώθει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρείσακτος, ιδιόρρυθμος και άχρηστος. 

 Έτσι ο Πεσσόα,  διαθέτοντας όλα αυτά τα στοιχεία που προαναφέραμε, βούλιαξε σε μια αυτοκαταστροφική δίνη. Η αιτία θανάτου του άλλωστε (αλκοολισμός-κίρρωση του ήπατος) το επιβεβαιώνει.  Όπως όλοι γνωρίζουμε, αυτό συνέβαινε και συμβαίνει κατά συρροή στους δημιουργούς και στους καλλιτέχνες, του Δυτικού κυρίως αλλά και του Ανατολικού πλέον κόσμου («Μα η κοινωνία […] / συσχέτιζε κουτά», Κ.  Π.  Καβάφης, «Μέρες του 1896»).

Επειδή  είναι  πιο  εύκολο  ν’  απαλλαγεί  κανείς  από  το  εγώ  του  παρά  από  τον  υποκειμενισμό  του,  επέλεξα,   ασφαλώς,   φ ρ ά σ ε ι ς   κ α ι   α π ο σ π ά σ μ α τ α   που  αγγίζουν  περισσότερο  τον  ψυχισμό  μου.

Άλλωστε, δεν χρωστάμε σε κανέναν τίποτε, παρά  μόνο την ομορφιά της αλήθειας μας, ίσως.

 

Β  α  σ  ι  λ  ι  κ  ή    Φ  ρ  ά  γ  κ  ο  υ

                                                   

         Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη

 

 

Φ Ρ Α Σ Ε Ι Σ   Κ Α Ι   Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α 


 

-Το να με καταλαβαίνουν είναι πορνεία.

-Η παραίτηση είναι απελευθέρωση. Δεν θέλω, είναι μπορώ.

-Το να διαλέγω τρόπους για να μη δρω υπήρξε ανέκαθεν η μέριμνα και η αποκλειστική ενασχόληση της ζωής μου.

-Δεν υποτάσσομαι ούτε στο κράτος ούτε στους ανθρώπους, αντιστέκομαι αδρανώς.

-Βασιλεύει όποιος δεν βρίσκεται ανάμεσα στον όχλο.

-Ζω είναι δεν σκέφτομαι.

-Νικάει μόνο όποιος ποτέ του δεν τα καταφέρνει.

-Αυτό το ξημέρωμα είναι το πρώτο του κόσμου.

-Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα.

-Οι θεοί τελικά είναι ζήτημα στυλ.

-Αισθάνομαι τόσο μόνος που νιώθω την απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και τα ρούχα μου.

-Όλα με κουράζουν ακόμα κι αυτά που δεν με κουράζουν.

-Οι σημερινοί ονειροπόλοι είναι ίσως οι μεγάλοι πρόδρομοι του μέλλοντος.

-Ίσως η επιστημονική έρευνα του μέλλοντος ανακαλύψει ότι τα πάντα είναι διαστάσεις του ίδιου χώρου, ούτε υλικού αλλά ούτε και πνευματικού.

-Κανείς δεν ξέρει τι κάνει, κανείς δεν ξέρει τι θέλει, κανείς δεν ξέρει τι δεν ξέρει.

-Η συνείδηση της ασυνειδησίας της ζωής, είναι ο πιο παλιός φόρος στην ευφυ’ί’α.

-Το τέλειο δεν εκδηλώνεται.                                        

-Είναι ευγενές να είσαι ντροπαλός, ένδοξο να μην ξέρεις να δρας, υψηλό να μην είσαι φτιαγμένος για τη  ζωή.

-Καθένας μας είναι ένας κόκκος σκόνης που ο άνεμος της ζωής σηκώνει και στην συνέχεια τον αφήνει να πέσει.

-Γκρεμίστηκα πάνω στις ελπίδες και τις βεβαιότητες, και μαζί μου όλα τα ηλιοβασιλέματα.

 Και αλλού: 

Διαβάζω και είμαι ελεύθερος πια. Αποκτώ αντικειμενικότητα. Έπαψα να είμαι ο εαυτός μου και διασκορπισμένος. Και αυτό που διαβάζω, αντί να είναι ένα δικό μου ρούχο που μόλις και μετά βίας το βλέπω και που κάποιες φορές με βαραίνει, είναι η απέραντη καθαρότητα του εξωτερικού κόσμου, θαυμαστή, ο ήλιος που βλέπει τους πάντες, το φεγγάρι που πλέκει σκιές στο γαλήνιο έδαφος, οι απέραντες εκτάσεις που καταλήγουν στη θάλασσα, ο μαύρος όγκος των δέντρων που κουνιούνται πράσινα στην κορυφή τους, η συμπαγής ηρεμία που έχουν οι στέρνες  των αγροικιών, τα μονοπάτια τα σκεπασμένα με κληματαριές, στις μικρές κατωφέρειες των πλαγιών […] Και είναι στους κλασικούς, στους ήρεμους, σ’ όσους υποφέρουν και δεν το λένε, που αισθάνομαι ιερός ταξιδευτής, κεχρισμένος προσκυνητής, που παρατηρεί  άνευ λόγου έναν κόσμο χωρίς σκοπό. Πρίγκιπας της Μεγάλης Εξορίας, που έδωσε, φεύγοντας, στον τελευταίο επαίτη, την έσχατη ελεημοσύνη της απελπισίας του […]

Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα. Δεν έχω ούτε ελπίδες ούτε νοσταλγίες […]

Δεν νοσταλγώ ούτε καν τις αισθήσεις των περασμένων στιγμών. Το κάθε τι που αισθανόμαστε απαιτεί τη στιγμή του. Όταν η στιγμή περάσει γυρίζει η σελίδα και η ιστορία συνεχίζεται, αλλά όχι το κείμενο. Φευγαλέα σκοτεινή σκιά ενός δέντρου της πόλης, ελαφρύς ήχος του νερού που πέφτει στη λυπημένη στέρνα, πράσινο της συνηθισμένης χλόης –δημόσιος κήπος στο σούρουπο σχεδόν– είστε, αυτή τη στιγμή, ολόκληρο το σύμπαν για μένα, γιατί είστε το πλήρες περιεχόμενο της συνειδητής μου αίσθησης. Δεν θέλω τίποτε άλλο για τη ζωή μου πέρα από το να τη νιώσω να χάνεται σ’ αυτά τα απρόβλεπτα βράδια, στις φωνές των ξένων παιδιών που παίζουν σ’ αυτούς τους κήπους, τους περιφραγμένους από τη θλίψη των δρόμων που τους περιβάλλουν, και τους κλεισμένους, πάνω από το θόλο των ψηλών κλαδιών των δέντρων, από τον παλαιό ουρανό όπου τ’ άστρα ξαναρχίζουν.

 Ακόμα:

Πάει πολύς καιρός που δεν υπάρχω. Είμαι απολύτως γαλήνιος. Κανείς δεν με ξεχωρίζει απ’ αυτόν που είμαι. Αισθάνθηκα τώρα πως αναπνέω σαν να είχα κάνει κάτι καινούργιο ή καθυστερημένο. Αρχίζω να έχω συνείδηση του ότι έχω συνείδηση. Ίσως αύριο ξυπνήσω για μένα τον ίδιο και θα ξαναπιάσω το νήμα της ύπαρξής μου. Δεν ξέρω αν μ’ αυτό θα είμαι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής. Δεν ξέρω τίποτα. Περαστικός σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω ότι, πάνω στην πλαγιά του Καστέλο, ο ήλιος που δύει από την αντίθετη μεριά έχει ανάψει φωτιές σε δεκάδες παράθυρα, σ’ ένα φανοστάτη ψηλό που καίει με παγερή φωτιά. Γύρω από αυτά τα μάτια με τις σκληρές φλόγες όλη η πλαγιά έχει τη γλύκα του σούρουπου. Μπορώ τουλάχιστον να αισθάνομαι λυπημένος και να έχω συνείδηση ότι με τη θλίψη μου διασταυρώθηκε μόλις –το είδα με την ακοή– ο ξαφνικός ήχος του τραμ που περνάει, οι φωνές των νεαρών περαστικών που μιλούν, ο  ξεχασμένος ψίθυρος  της ζωντανής πόλης.                                             

[…] Αργά στο φεγγαρόφωτο έξω στην αργή νύχτα, ο άνεμος κουνάει πράγματα που κάνουν σκιές καθώς κουνιούνται. Ίσως δεν είναι άλλο από την μπουγάδα που άφησαν απλωμένη στον από πάνω όροφο, αλλά η ίδια η σκιά δεν γνωρίζει πουκάμισα και κυματίζει άυλη σε μια  σιωπηλή συμφωνία με τα πάντα.

[…] Με απωθεί εξάλλου κάθε ιδέα υποχρεωτικής επαφής με κάποιον άλλο. Μια απλή πρόσκληση σε δείπνο μ’ ένα φίλο μου προκαλεί μια αγωνία που δυσκολεύομαι να προσδιορίσω. Η ιδέα μιας οποιασδήποτε κοινωνικής υποχρέωσης–να πάω σε μια κηδεία, να συνεργαστώ με κάποιον για ένα θέμα γραφείου, να πάω να περιμένω στη στάση κάποιον άγνωστο ή γνωστό– και μόνο η ιδέα μού χαλάει τις σκέψεις μιας ολόκληρης μέρας, μερικές φορές και της προηγούμενης, και κοιμάμαι άσχημα, ενώ το πραγματικό συμβάν, όταν προκύπτει, είναι εντελώς ασήμαντο και δεν δικαιολογεί αυτή την ανησυχία. Και η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται διαρκώς και δεν μαθαίνω ποτέ τίποτα.

«Οι συνήθειές μου είναι της μοναξιάς και όχι των ανθρώπων».Δεν ξέρω ποιος το είπε, ο Ρουσσό ή ο Σενανκούρ. Αλλά είναι κάποιο πνεύμα του είδους μου — αν ίσως όχι της φυλής μου […] Μερικές φορές σκέφτομαι με θλιμμένη απόλαυση πως, αν μια μέρα, στο μέλλον που πια δεν θα ανήκω, αυτές οι φράσεις που γράφω γνωρίσουν επαίνους, θα έχω επιτέλους τους ανθρώπους που θα με «καταλάβουν»,τους δικούς μου, την αληθινή οικογένειά μου, για να γεννηθώ σ’ αυτήν και να με αγαπήσουν. Αλλά, αντί να γεννηθώ σ’ αυτήν, θα έχω πεθάνει πριν από πολύ καιρό. Θα με καταλάβουν μόνο ως εικόνα, όταν η στοργή πια δεν αντισταθμίζει γι΄ αυτόν που πέθανε την αστοργία που μόνο αυτή γνώρισε  όταν ήταν ζωντανός.

Μια μέρα ίσως καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Και όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι δυστυχώς έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, κι ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει αυτό θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλαβαίνει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη την μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύει η γνώση στους προπάππους τους που ήδη έχουν πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής […]

 

 

Στον τοίχο…

………………

Κλείνουμε   αυτό   το   μικρό   αφιέρωμα   στον   Πεσσόα   με    μια   μετάφραση   του   ποιήματός    του   «Το Καπνοπωλείο»    (Tabacaria)     από    τον    Dr. Kameleon    στο    ιστολόγιο    Η φωλιά του Χαμαιλέοντα <http://nest.drkameleon.com/>. 

 Ο μεταφραστής σημειώνει: Επτά χρόνια περίπου πριν από τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, «ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά,  περιεκτικά […] ποιήματα (;) που έχουν ποτέ γραφεί». Εξηγεί τις πολύ μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος αυτού και διευκρινίζει ότι η μετάφραση «ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο», καταλήγοντας, «Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια». Πιστεύουμε ακράδαντα, ναι! Και ελπίζουμε ο μεταφραστής να μας συγχωρέσει κάποιες ελάχιστες σιωπηρές αλλαγές στο κείμενό του, καθώς διορθώσαμε μικρές αβλεψίες που προφανώς οφείλονται στη δακτυλογράφηση.

Σ.  Η.

.

 

 Ζωγραφική :
Rene Magritte

 

 

Τ  Ο    Κ  Α  Π  Ν  Ο  Π  Ω  Λ  Ε  Ι  Ο

 

 

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα ’μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;)
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’ το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νεύρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;

Πώς να ξέρω ποιος θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιος είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής;  Αυτή τη στιγμή,
εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιος ξέρει; ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.

Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυ’ί’ας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς 
— ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
και, ποιος ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;

Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλά είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μια.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.

Να πιστέψω σ’ εμένα; Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.

(Φάε σοκολάτες, μικρή
φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)

Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μου μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.

(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
είτε ελληνίδα θεά, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
ή πριγκίπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!

Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)

Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
και σκέφτομαι: ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών.)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που της έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.

Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
με πέρασαν από μακριά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακριά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.

Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντί να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.

Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενής ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’ αφήσει το σημειωματάριό του, θ’ αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζουν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’ αγοράσει καπνό;)
κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικά με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος–
και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τους γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακριά «Γεια σου, Εστέβες!» και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

 

Á  l  v  a  r  o    d  e     C  a  m  p  o  s     ( F  e  r  n  a  n  d  o    P  e  s  s  o  a )

Μ  ε  τ  ά  φ  ρ  α  σ  η  :  D  r .  K  a  m  e  l  e  o  n

Π   Α   Ρ   Α   Ρ   Τ   Η   Μ   Α     19/8/11

Tabacaria, o Filme (Καπνοπωλείο, η ταινία)

 Poema de Fernando Pessoa (Álvaro de Campos – A Tabacaria)
Música: Alexandre Desplat (OST Girl with pearl Earring)
Voz: Joao Villaret

 

 

 

…………………………………….. 

Σ   Υ   Ν   Δ   Ε   Σ   Μ   Ο   Ι

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://el.wikiquote.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=329

http://www.poets.org/poet.php/prmPID/752

http://portugal.poetryinternationalweb.org/piw_cms/cms/cms_module/index.php?obj_id=7051

http://silver.pblogs.gr/2007/08/111181.html

http://www.ododeiktes.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1355:pessoa&catid=43:biblio&Itemid=71

http://www.diavasame.gr/book.cfm?itemID=498

http://nest.drkameleon.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-tabacaria.html

 


Τα άνθη της λήθης

 

 

 

Του Ιταλού ποιητή Tyohar, που ζει μόνιμα στην Αίγινα. Από την τριλογία Γέφυρες, Ponti,1&2, Αίγινα 2007,  2008.

 

 
Il fine giustifica i mezzi
ma chi giustifica il fine?
Se il racconto delle ombre a toccante
che sara mai il racconto delle lucci?

Il mediocre e sempre prevedibile:
mai che sconfini dal so al chissa.
Egli si ritrova nei rami della memoria
mai che si perda nei fiori dell’oblio!

……………………………………

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
μα ποιος αγιάζει το σκοπό;
Εάν οι άφεγγοι στίχοι συγκινούν
τί να πούμε τότε για τους φεγγοβόλους;

Ο μέτριος είναι πάντα προβλέψιμος:
ποτέ δεν βγαίνει από τα σύνορα του γνώριμου ουρανού.
Αυτός στέκεται στα κλαδιά της μνήμης,
ποτέ δεν χάνεται στα άνθη της λήθης!

 

 

TYOHAR
Απόδοση:  Βασιλική Φράγκου

 

 


θα τον συναντήσω εκεί στο πόστο του

 

 

Σήμερα έχουμε την χαρά να αναδημοσιεύσουμε δύο ποιήματα από την τελευταία συλλογή του  Τ ά σ ο υ   Γ α λ ά τ η,  Κ ά θ ο δ ο ς,  σε εκδόσεις Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ, τον Μάρτιο του 2011.Είναι «πεφιλημένος» φίλος, όπως ο ίδιος συνηθίζει να με αποκαλεί, κοντογείτονας (Χολαργός), σεβαστός και ουχί σεβάσμιος –μην παρεξηγηθώ από τον ίδιο προπάντων– ποιητής. Μα πάνω απ’ όλα, είναι ένας άνθρωπος που γελάει πολύ, κι εγώ μαζί!Παραθέτουμε ένα σύντομο βιογραφικό  που το δανειζόμαστε από την εν λόγω ποιητική συλλογή.
– Β. Φ.

 

 

«Μωρα’ί’της την καταγωγή, από τη Ζούρτσα (Νέα Φρυγαλία) της Ολυμπίας,  ο Τάσος Γαλάτης γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς τον Δεκέμβριο του 1937 και μεγάλωσε στην Καλογρέζα και στη Νέα Ιωνία. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού.  Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πανσπουδαστική (Απρίλιος του 1962). Έως σήμερα έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Το 2006 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποιήσεως για το βιβλίο του  Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες […]»

 

 

ΤΡΙΤΗ ΣΤΑΣΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ

Παρ’ όλα τα συμπτώματα
δεν ψάχνω το πιεσόμετρο πια,
δεν μου χρειάζονται οι ακριβείς σημάνσεις του
–άλλωστε ξέρω τί μου μέλλεται
το αναπότρεπτο κυλάει στις φλέβες μου
πάει κι έρχεται στις αρτηρίες μου
ορίζει τις αρρυθμίες της καρδιάς μου

Και δεν ανησυχώ
αυτός είναι ο ρυθμός του κόσμου
όχι ο δικός μου μονάχα

Ένα τετράγωνο άλλωστε πιο πάνω ή λίγο πιο κάτω
θα τον συναντήσω εκεί στο πόστο του
γυρεύοντας απελπισμένα μια ματιά
μες στη βοή της λεωφόρου για τη φτηνή πραμάτεια του

Κι εγώ στην τρίτη Στάση Χολαργού
απιθώνοντας για μία στιγμή στο πεζοδρόμιο τις πλα-
           στικές σακούλες μου
να πάρω λίγη ανάσα
και να σηκώσω το χέρι στο λεωφορείο
–αν προλάβω.

 

ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ

Εδώ σε θέλω κάβουρα
να περπατάς στα κάρβουνα
τόνιζε προκαλώντας την εφηβική μας άγνοια
ο παλιός δάσκαλός μας

Λοιπόν, εγώ ευτύχησα
δεν χρειάστηκε να περπατήσω στη φωτιά
όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες
αλλά γιατί ανήκω στους ολιγόπιστους
στους άπιστους και στους δειλούς
γιατί προτίμησα την ασφάλεια της παγωμένης στάχτης

Το ξέρω οι φωτιές γλείφουν την πόρτα μου
τις βλέπω κάθε βράδυ στις επίσημες ειδήσεις
στην παγωμένη στάχτη στο γυαλί.

 

Τ Α Σ Ο Σ   Γ Α Λ Α Τ Η Σ

 

 


Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω

 

 

 

Μ ά τ σ η   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ   (1914-1987)

 

Ποιήτρια, ελάχιστα γνωστή στο κοινό της ποίησης. Δεν είμαι κατάλληλη να μιλήσω για το έργο της, γιατί τώρα μόλις άρχισα να το ψηλαφώ. Εκείνο βέβαια που μου έκανε αίσθηση, είναι η φλόγα, το πάθος που αναδύεται απ’ αυτό. Λίαν προσεχώς, θα έχουμε  στο Πτερόεν την Εισαγωγή της  Λαμπρίνας Μαραγκού για το βιβλίο που ετοιμάζει  σχετικά με την Μ. Χ. και την ποίησή της.  Φαίνεται πάντως, από τα λίγα που ξέρω, πως η Χατζηλαζάρου συνάντησε αρκετές δυσκολίες στον χώρο των καταξιωμένων ποιητών, και ως ποιήτρια, αλλά και ως γυναίκα που ερμήνευε την ζωή μέσα από τον γήινο αλλά και έντονα υπαρξιακό ερωτισμό της.

– Βασιλική Φράγκου

 

 

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο 

                                                                Στην  Σ. Χ.

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο –- ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου –- ίσως τη δούνε,
ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι – τότε ίσως του
δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
θα μου ‘φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικό μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνονται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να ‘ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,
Έρωτα, Έρωτα.

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου –- δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη –- με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο 

 

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος –- για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ‘ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ‘ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ‘ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ‘να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

 

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944
[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου]

 

 

 

 

 

 


Emily Dickinson

Ενενήντα ένα  ποιήματα  της  Έμιλυ Ντίκινσον με τίτλο  Το ανεξάντλητα Σημαίνον  (εκδόσεις Ιδεόγραμμα 2006),  επιλέχθηκαν και μεταφράστηκαν από την  Έλλη Συναδινού,  η οποία ασχολήθηκε  επί  δέκα συναπτά έτη  με το έργο  της  Ντίκινσον, σεβόμενη όσο το δυνατόν το ύφος  και την ιδιόρρυθμη στίξη της ποιήτριας.

Πιστοί στην  αρχή  μας να δημοσιεύουμε  κυρίως  ποιήτριες και  ποιητές που βρίσκονται ή βρέθηκαν  «εκτός των τειχών», επιλέξαμε λίγα ποιήματα από το βιβλίο αυτό και παραθέτουμε αποσπάσματα από τον πρόλογο  της μεταφράστριας, για να πληροφορηθούμε για άλλη μια φορά, πόσο ψηλά υψώνονται τα τείχη της κατεστημένης κοινωνίας/ποίησης  σε ποιητές ή ποιήτριες τέτοιου διαμετρήματος όπως η Έμιλυ Ντίκινσον!  Ίσως αυτό να συμβαίνει κατά κύριο λόγο  επειδή απλώς  δεν είναι κατανοητοί.  Ίσως.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

 

 

 

 

 


[…] Η Emily Dickinson γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ της Μασσαχουσέττης. Ήταν 32 ετών όταν έστειλε στον Higginson  (εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού ) τέσσερα ποιήματα και αμέσως μετά ακόμα τρία, για πρώτη φορά αποτεινόμενη σε πρόσωπο αρμόδιο των γραμμάτων, για μια γνώμη. Από τα γράμματά της στη δική του απάντηση, που δεν σώζεται, εικάζεται πως της έγραψε ότι τα ποιήματά της υστερούσαν στην φόρμα, ότι ο ρυθμός της εχώλαινε, ότι το μέτρο της ήταν σπασμωδικό […]


Μόνο έξι από τα ποιήματα που έστειλε στον Higginson δημοσιεύτηκαν, αλλά τόσο «διορθωμένα» και «αλλαγμένα» που η Dickinson έκτοτε, εκτός από ποιήματα που συμπεριελάμβανε σε γράμματά της προς φίλους, ποτέ πια δεν έστειλε κάτι  για δημοσίευση, έχοντας παραιτηθεί από την ιδέα να γίνει εν ζωή γνωστή, αφήνοντας την τύχη του έργου της στο μέλλον ή στο ποτέ […]


Έτσι η έκπληξη ήταν μεγάλη όταν η αδελφή της Λαβίνια βρήκε στο γραφείο της  Έμιλυ, μετά τον θάνατό της (1886), το πλήθος των ποιημάτων που ήταν ριγμένα εκεί, γραμμένα πάνω σε κάθε λογής χαρτιά (φύλλα ημερολογίου, λογαριασμούς από ψώνια, αποδείξεις, συνταγές…), κάποια σε μισοτελειωμένη μορφή, άλλα σε παραλλαγές, μεμονωμένους στίχους, καθώς επίσης και ένα μικρό κουτί, που μόνο αυτό περιείχε 900 ποιήματα, καθαρογραμμένα σε χαρτί αλληλογραφίας και χωρισμένα σε «Τομίδια» ραμμένα χωριστά το καθένα από την ίδια με σπάγκο, φτάνοντας όλα μαζί, μετά την καταμέτρησή τους στον εκπληκτικό αριθμό των 1775 […]

Από το 1890 μέχρι το 1945, ολοκληρώνεται η δημοσίευση του έργου της Emily  Dickinson, αλλά και πάλι με απαράδεκτες  επεμβάσεις όπως αλλαγές στο μέτρο, αντικαταστάσεις λέξεων […] και πάνω απ’ όλα με αλλαγές στην στίξη σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες. Δεν αντιλήφθηκαν πως μέρος της προσωπικότητας και του ψυχισμού της ήταν ακριβώς αυτή η αιωρούμενη αύρα που αναδυόταν με την χρήση της παύλας, που σχεδόν αποκλειστικά εκείνη χρησιμοποιούσε, που δεν μπορεί να αποδοθεί με κόμματα, τελείες και άνω τελείες χωρίς να ισοπεδώνεται η θαυμαστή ανάσα των ποιημάτων της […]


Στη ζωή της ταξίδεψε ελάχιστες φορές για μικρά διαστήματα στη Βοστώνη για  ιατρικές εξετάσεις  και μια φορά στην Ουάσινγκτον […]


Η Emily Dickinson έφυγε απ ‘τη ζωή σε ηλικία 56 ετών. Παράκλησή της ήταν ν’ αφήσει το σπίτι της από την πίσω πόρτα κι όχι από την κυρία είσοδο, απ’ την πόρτα που ίσως έβγαινε με τον σκύλο της τον Κάρλο σε μακρινούς περιπάτους στους γύρω λόφους.



                              {288}

Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
Είσαικι εσύ—Κανένας;
Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

Τί βαρετό—να ‘ σαι—ο Κάποιος!
Πόσο δημόσιο—ένα βατραχάκι ας πούμε κάπως—
Που τ’ όνομά του—έναν Ιούνη ατέλειωτο—κοάζει—
Σ’ έναν Λασπότοπο που το θαυμάζει!

                              {352}

Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα—
Από ουρανούς όχι πιο λίγα—παίρνω—
Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα
Πυκνώνουνε σαν Μούρα, οι Γαίες—

Το Καλάθι μου έχει μέσα—μόνο—το Άπειρο—
Που ελεύθερα—στο μπράτσο μου—αιωρείται,
Αλλά μικρότερα δεμάτια—Συνωθούνται.

                              {1246}

Η Πεταλούδα σίγουρα
Σε Σκόνη τιμημένη θα ξαπλώσει
Αλλά κανείς να πειθαρχήσει τόσο δεν θ’ αναγκασθεί
Όσο η Μύγα όταν διαβεί την Κατακόμβη—

                              {1050}

Όπως βλέφαρο πρόθυμο σε κουρασμένο μάτι
Το Σούρουπο πάνω στη Μέρα γέρνει
Ώσπου απ’ ολόκληρο της φύσης μας το Σπίτι
Μόνο ο Εξώστης μένει

                               {31}

Καλοκαίρι για σένα, εγώ να είμαι
Όταν οι μέρες του Καλοκαιριού περάσουν!
Και μουσική σου ακόμα, όταν η Οριόλη
Και το  Νυχτοχελίδονο—σωπάσουν!

Για ν’ ανθοφορώ για σε, τον τάφο θα τον δρασκελίσω
Και τους ανθούς μου πάνω σου θε να σκορπίσω!
Παρακαλώ σε δρέψε με—
                           Ανεμώνη—
Λουλούδι σου—για πάντα κι  απ’ το πάντα πιο!