Just another WordPress.com site


Σαρλ Μπωντλαίρ : Μελαγχολία ~ Spleen (III)

Ζωγραφική : Boleslas Biegas



Quand le ciel bas et lourd pèse comme un couvercle
Sur l’esprit gémissant en proie aux longs ennuis,
Et que de l’horizon embrassant tout le cercle
II nous verse un jour noir plus triste que les nuits;

Quand la terre est changée en un cachot humide,
Où l’Espérance, comme une chauve-souris,
S’en va battant les murs de son aile timide
Et se cognant la tête à des plafonds pourris;

Quand la pluie étalant ses immenses traînées
D’une vaste prison imite les barreaux,
Et qu’un peuple muet d’infâmes araignées
Vient tendre ses filets au fond de nos cerveaux,

Des cloches tout à coup sautent avec furie
Et lancent vers le ciel un affreux hurlement,
Ainsi que des esprits errants et sans patrie
Qui se mettent à geindre opiniâtrement.

— Et de longs corbillards, sans tambours ni musique,
Défilent lentement dans mon âme; l’Espoir,
Vaincu, pleure, et l’Angoisse atroce, despotique,
Sur mon crâne incliné plante son drapeau noir.

— C h a r l e s   B a u d e l a i r e

Πρωτότυπο από:



Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί

μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

— Μετάφραση: Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς



Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου•
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που ‘χει κρινένιαν άρμα
κ’ οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.

—Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς



Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ’ ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια

ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ’ ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
στ’ αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπο του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα

τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελος του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
να βγάλει απ’ το είναι του την χαλασμένη ουσία

κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
που στα στερνά του οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου άρρωστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του

— Μετάφραση : Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς

Οι  ελληνικές μεταφράσεις από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου:



I’m like the King of some damp, rainy clime,
Grown impotent and old before my time,
Who scorns the bows and scrapings of his teachers
And bores himself with hounds and all such creatures.
Naught can amuse him, falcon, steed, or chase:
No, not the mortal plight of his whole race
Dying before his balcony. The tune,
Sung to this tyrant by his pet buffoon,
Irks him. His couch seems far more like a grave.
Even the girls, for whom all kings seem brave,
Can think no toilet up, nor shameless rig,
To draw a smirk from this funereal prig.
The sage who makes him gold, could never find
The baser element that rots his mind.
Even those blood-baths the old Romans knew
And later thugs have imitated too,
Can’t warm this skeleton to deeds of slaughter,
Whose only blood is Lethe’s cold, green water.

—Trans.  R o y   C a m p b e l l


When the Low, Heavy Sky

When the low, heavy sky weighs like the giant lid
Of a great pot upon the spirit crushed by care,
And from the whole horizon encircling us is shed
A day blacker than night, and thicker with despair;

When Earth becomes a dungeon, where the timid bat
Called Confidence, against the damp and slippery walls
Goes beating his blind wings, goes feebly bumping at
The rotted, moldy ceiling, and the plaster falls;

When, dark and dropping straight, the long lines of the rain
Like prison-bars outside the window cage us in;
And silently, about the caught and helpless brain,
We feel the spider walk, and test the web, and spin;

Then all the bells at once ring out in furious clang,
Bombarding heaven with howling, horrible to hear,
Like lost and wandering souls, that whine in shrill harangue
Their obstinate complaints to an unlistening ear.

— And a long line of hearses, with neither dirge nor drums,
Begins to cross my soul. Weeping, with steps that lag,
Hope walks in chains; and Anguish, after long wars, becomes
Tyrant at last, and plants on me his inky flag.

— Trans. E d n a   S t.  V i n c e n t   M i l l a y

Οι αγγλικές μεταφράσεις από:


Σαρλ Μπωντλαίρ : Οι ρηγάδες τ’ ουρανού

Το εμβληματικό άλμπατρος, «το πιο θρυλικό απ’ όλα τα πουλιά», πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση στο πολύ σημαντικό έργο του Samuel Taylor Coleridge  The Rime of the Ancient Mariner  (1798). Το (αιχμαλωτισμένο) άλμπατρος είναι επίσης η κεντρική μεταφορά στο ποίημα του Charles Baudelaire L’Albatros (1861). Οι εικονογραφήσεις που παρουσιάζονται εδώ είναι από το έργο του Coleridge.


Charles  Baudelaire  (1821-1867)



Souvent, pour s’amuser, les hommes d’équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l’azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d’eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu’il est comique et laid!
L’un agace son bec avec un brûle-gueule,
L’autre mime, en boitant, l’infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l’archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l’empêchent de marcher.


Gustav Doré : Plate 8 – I shot the Albatross



Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ’ ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ’ αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ’ ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ’ στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

Μτφρ. Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς   Μ π ά ρ α ς


Mervyn Peake : The Albatross is Shot


Τεράστιοι γλάροι

Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια•
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.

Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.

Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ‘ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.

Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκιπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει•
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.

Μτφρ. Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς


Gustav Doré : Plate 7 – The Albatross


Το άλμπατρος

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ΄ άλμπατρος – πουλιά της θάλασσας τρανά–
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ΄ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ΄ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ΄ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ΄ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πως είναι τώρα κωμικά κι άσχημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ΄ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δεν σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ΄ τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά.

Μτφρ.  Γ.  Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Mervyn Peake : The Mariner & the Dead Albatross


C h a r l e s  B a u d e l a i r e 

Οι μεταφράσεις προέρχονται από την  πολύτιμη σελίδα του Νίκου Σαραντάκου :